Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. ύφεση
noun.
sg.η ύφεσηη ύφεσις (λόγ.)
της υφέσεως / ύφεσης
την ύφεσητην ύφεσιν (λόγ.)
ύφεση ύφεσι / ύφεσις (λόγ.)
pl.οι υφέσεις
των υφέσεων
τις υφέσεις
υφέσεις




случайная выборка слов из базы

κακούργος φαγώσιμο ρεμπέτικος ρεβιθοσαλάτα τρίκροτον περιαγωγή λουκέτο ξυλοκόπος αλάνικος κλανιά κυκλοφορητής θεατρινισμός αστερισμός γλειμμένος συνεπικουρούμενος ευλογημένος καπνοδοχοκαθαριστής μειοψηφώντας ερινύα επιτόκιο σεισμολόγος πυθμήν απαύγασμα ατμοσφαιρικός ακουμπιστήρι μολύβι εσφαλμένος υφαλοκρηπίς αποκαΐδι εξωπραγματικός ξεμώραμα αφέψημα μονομεταλλισμός κορδόνι γεωπονία παθητικό ξεκοκαλισμένος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве