Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. ψύχρανση
noun.
sg.η ψύχρανσηη ψύχρανσις (λόγ.)
της ψυχράνσεως / ψύχρανσης
την ψύχρανσητην ψύχρανσιν (λόγ.)
ψύχρανση ψύχρανσι / ψύχρανσις (λόγ.)
pl.οι ψυχράνσεις
των ψυχράνσεων
τις ψυχράνσεις
ψυχράνσεις




случайная выборка слов из базы

κάμα ενθάδε κουρέας σκίνος νεφρολογία ας ψυκτήρας αγόρασμα σφύξη λιτότητα αντασφάλιση καλαμοκάνα κούρος καρδιοχτύπι περιστέρα μεροληψία μπούρτζι πολλαπλασιασμένος φασκομηλιά διαβολόκαιρος ραβδισμένος στοίχημα στατιστικά έκλειψη καταπάνω αντιναύαρχος Καλιφόρνια πεϊνιρλί καλαμποκιά σύνδικος ινδουισμός αναπόσπαστα συμπαραγωγός αριστοκράτης ουζομεζές δελφίνι αφοσιωμένος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве