Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. ψωνιστής
noun.
sg.ο ψωνιστής
του ψωνιστή
τον ψωνιστή
ψωνιστή
pl.οι ψωνιστές
των ψωνιστών
τους ψωνιστές
ψωνιστές




случайная выборка слов из базы

φουντουκιά εχέμυθος κλεψίτυπος σέκι λιγδωμένος μικροαμπέρ φουλάρι καπάκωμα κολοκύθας ζηλοφθονώντας αποσυμπίεση προγραμματιστής λογοκριτής πατίκωμα εβολουσιονισμός κύρτωση μωρουδάκι αντιδήμαρχος ντελβές αντιαισθητικός βυσσινής οστέωμα εξοντωτικά επταετία τριώνυμο υποσκελισμός αυλόπορτα μπάρα συμπίλημα αποφούρνισμα εγκλιματισμός συναυτουργός συναλλαγματική λαρύγγι υποδηματοποιία τηγάνισμα ανωφέρεια
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве