Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. ψεύδος

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψεύδος ψεύδη
γενική ψεύδους ψευδών
αιτιατική ψεύδος ψεύδη
κλητική ψεύδος ψεύδη




2. ψεύδος
noun.
sg.το ψεύδος
του ψεύδους
το ψεύδος
ψεύδος
pl.τα ψεύδη
των ψευδών
τα ψεύδη
ψεύδη




случайная выборка слов из базы

κονδύλωμα εξεπίτηδες αναμορφωτής ψιττακίαση ζαχαροπλαστική βάσανο κατάνευση πλεούμενο Ερμής ναυλωτικό θνησιμότητα σχετισμένος παίξιμο ψήγμα ανθρωποθάλασσα υποδιεύθυνση επαφή Πολιτεία συχώριο αλεύρινος ακλήρωτος μετάβαση αντλιοφόρος ψιλοδουλειά εθνόσημο επιφώνησις στεφάνωση απλόχερα γένεσις ανεξαρτησία ανακρίτρια στιγμιαία σπάγγος διασπάθισις χοντρογούρουνο πεζόδρομος διαβιβασμένος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве