Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 3

1. χοροδιδασκαλείο

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χοροδιδασκαλείο χοροδιδασκαλεία
γενική χοροδιδασκαλείου χοροδιδασκαλείων
αιτιατική χοροδιδασκαλείο χοροδιδασκαλεία
κλητική χοροδιδασκαλείο χοροδιδασκαλεία




2. χοροδιδασκαλείο
noun.
sg.το χοροδιδασκαλείοτο χοροδιδασκαλείον (λόγ.)
του χοροδιδασκαλείου
το χοροδιδασκαλείοτο χοροδιδασκαλείον (λόγ.)
χοροδιδασκαλείο χοροδιδασκαλείον (λόγ.)
pl.τα χοροδιδασκαλεία
των χοροδιδασκαλείων
τα χοροδιδασκαλεία
χοροδιδασκαλεία



3. χοροδιδασκαλείον
noun.
sg.το χοροδιδασκαλείοτο χοροδιδασκαλείον (λόγ.)
του χοροδιδασκαλείου
το χοροδιδασκαλείοτο χοροδιδασκαλείον (λόγ.)
χοροδιδασκαλείο χοροδιδασκαλείον (λόγ.)
pl.τα χοροδιδασκαλεία
των χοροδιδασκαλείων
τα χοροδιδασκαλεία
χοροδιδασκαλεία




случайная выборка слов из базы

κορδελιάστρα παραγκωνισμένος ιουλιανός εντροπία κιτρολεμονιά βαθμολογημένος ντίλερ θηλασμένος σύναψη αδιαχώρητα βαλίτσα ικανός πανσπερμία κρυολόγημα επικείμενος καμαρότος φύση διπολισμός κελάρυσμα πλατειαστικός κατήφεια ακρόπρωρο βιβλιολάτρισσα ξέφωτο ξυλόσπιτο ελαστικότητα στιλό ιπποτρόφος φουρνέλο αιθυλιούχος αστυνόμος ανέξοδα ξέφωτο αναγραφόμενος τενίστρια εκτράχυνσις μαστεκτομή
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве