Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. χαρτοκλέφτρα
noun.
sg.η χαρτοκλέφτρα
της χαρτοκλέφτρας
τη χαρτοκλέφτρα
χαρτοκλέφτρα
pl.οι χαρτοκλέφτρες
των χαρτοκλεφτρών
τις χαρτοκλέφτρες
χαρτοκλέφτρες




случайная выборка слов из базы

αμετατόπιστος ταινία καραπουτάνα σκούφος ψόφος κοίταγμα Πάφος ξεροτηγανισμένος τυφλοκομείο ανοσοφαρμακολογικός βαμβακοφυτεία εναγόμενος γήπεδο δρακόντισσα ψυχαριστής εργοδοσία φάγωμα ενηλικίωσις γονιμότης τορπιλοβόλο ψυχαγωγία σαλιάρα έκταση παρακοή τοκιστής ληστοσυμμορίτισσα αρματηλάτης ΔΑΣ μαμμωνάς μονοκατοικία ρινισμένος ιχθυοτρόφος αινετός Οινοφυτιώτης χέρσος σατανιστής θησαύρισμα
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве