Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. χάιδι
noun.
sg.το χάιδι
του χαϊδιού
το χάιδι
χάιδι
pl.τα χάιδια
των χαϊδιών
τα χάιδια
χάιδια




случайная выборка слов из базы

μακρύς μεσημβρινός βδέλυγμα υπερκέρασις ευνοούμενος ταμιευτήριο σηματοδότης θόλος τηλεγράφημα ληστής νεροσυρμή σβούρα φλαμουριά γρόνθος μελιτζάνα δουκάτο πινάκιο μπουφές πλήγωμα υπονόμευση κορασιά κουβαράκι πιστοδότηση μινιμαλίστρια σουσαμόλαδο θεολόγος συλλειτουργός ώχρα πράσο γάντζος γλυκάδα ανοιγμένος τροφοδοσία ξεγυμνωμένος αγαλματώδης ευμεγέθης πετρογραφικός
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве