Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. φόλα

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φόλα φόλες
γενική φόλας
αιτιατική φόλα φόλες
κλητική φόλα φόλες




2. φόλα
noun.
sg.η φόλα
της φόλας
τη φόλα
φόλα
pl.οι φόλες
-
τις φόλες
φόλες




случайная выборка слов из базы

και εφημεριδοπώλης μαξιλάρι φορτοθυρίδα απόβαρον Σελήνη λημματολόγιο Μελέτης βάρδος λεμονανθός καζίνο μαλακωμένος κορνιζάρισμα χημεία ανακτοβούλιο πώλησις εκγυμνασμένος τσιφλίκι παραλειπόμενα πετρελαιοκίνησις γραβάτα υβρίδιο κουκούτσι επίτροπος μουντιάλ σπουδαιολογία ποτό μετάταξη σερβιτόρος μονόπολος αποστράτευση υποθηκοφυλακείον στερνοπαίδι βακαλάος τηλεφημερίδα περιόστεον ασχημούτσικα
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве