Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. φανερωμένος

πτώση ενικός
ονομαστική φανερωμένος φανερωμένη φανερωμένο
γενική φανερωμένου φανερωμένης φανερωμένου
αιτιατική φανερωμένο φανερωμένη φανερωμένο
κλητική φανερωμένε φανερωμένη φανερωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φανερωμένοι φανερωμένες φανερωμένα
γενική φανερωμένων φανερωμένων φανερωμένων
αιτιατική φανερωμένους φανερωμένες φανερωμένα
κλητική φανερωμένοι φανερωμένες φανερωμένα




2. φανερωμένος

sg.φανερώνω
φανερώνεις
φανερώνει
pl.φανερώνομε / φανερώνουμεφανερώνομεν (λόγ.)
φανερώνετε
φανερώνουν
φανερώνουνε (προφ.)
sg.φανέρωναεφανέρωνον (λόγ.)
φανέρωνεςεφανέρωνες (λόγ.)
φανέρωνεεφανέρωνε (λόγ.)
pl.φανερώναμεεφανερώνομεν (λόγ.)
φανερώνατεεφανερώνετε (λόγ.)
φανέρωναν
φανερώναν / φανερώνανε (προφ.)
εφανέρωνον (λόγ.)
sg.φανέρωσαεφανέρωσα (λόγ.)
φανέρωσεςεφανέρωσας (λόγ.)
φανέρωσεεφανέρωσε (λόγ.)
pl.φανερώσαμεεφανερώσαμεν (λόγ.)
φανερώσατεεφανερώσατε (λόγ.)
φανέρωσαν
φανερώσαν / φανερώσανε (προφ.)
εφανέρωσαν (λόγ.)
sg.έχω φανερώσει
έχεις φανερώσει
έχει φανερώσει
pl.έχουμε φανερώσει
έχετε φανερώσει
έχουν φανερώσει
sg.είχα φανερώσει
είχες φανερώσει
είχε φανερώσει
pl.είχαμε φανερώσει
είχατε φανερώσει
είχαν φανερώσει
sg.θα έχω φανερώσει
θα έχεις φανερώσει
θα έχει φανερώσει
pl.θα έχουμε φανερώσει
θα έχετε φανερώσει
θα έχουν φανερώσει
sg.θα φανερώνω
θα φανερώνειςθα φανερώνης (λόγ.)
θα φανερώνειθα φανερώνη (λόγ.)
pl.θα φανερώνομε / θα φανερώνουμεθα φανερώνωμεν (λόγ.)
θα φανερώνετε
θα φανερώνουν
θα φανερώνουνε (προφ.)
sg.θα φανερώσω
θα φανερώσειςθα φανερώσης (λόγ.)
θα φανερώσειθα φανερώση (λόγ.)
pl.θα φανερώσομε / θα φανερώσουμεθα φανερώσωμεν (λόγ.)
θα φανερώσετε
θα φανερώσουν
θα φανερώσουνε (προφ.)
sg.να φανερώνω
να φανερώνειςνα φανερώνης (λόγ.)
να φανερώνεινα φανερώνη (λόγ.)
pl.να φανερώνομε / να φανερώνουμενα φανερώνωμεν (λόγ.)
να φανερώνετε
να φανερώνουν
να φανερώνουνε (προφ.)
sg.να φανερώσω
να φανερώσειςνα φανερώσης (λόγ.)
να φανερώσεινα φανερώση (λόγ.)
pl.να φανερώσομε / να φανερώσουμενα φανερώσωμεν (λόγ.)
να φανερώσετε
να φανερώσουν
να φανερώσουνε (προφ.)
sg.να έχω φανερώσει
να έχεις φανερώσει
να έχει φανερώσει
pl.να έχουμε φανερώσει
να έχετε φανερώσει
να έχουν φανερώσει
sg.-
φανέρωνε
-
pl.-
φανερώνετε
-
sg.-
φανέρωσε
-
pl.-
φανερώστεφανερώσατε (λόγ.)
-
φανερώσει
φανερώνοντας
sg.ο φανερώνων
του φανερώνοντος
το φανερώνοντα
φανερώνων
pl.οι φανερώνοντες
των φανερωνόντων
τους φανερώνοντεςτους φανερώνοντας (λόγ.)
φανερώνοντες
sg.η φανερώνουσα
της φανερώνουσας
της φανερωνούσης (κ. λόγ.)
τη φανερώνουσατην φανερώνουσαν (λόγ.)
φανερώνουσα
pl.οι φανερώνουσεςαι φανερώνουσαι (λόγ.)
των φανερωνουσών
τις φανερώνουσεςτας φανερωνούσας (λόγ.)
φανερώνουσες φανερώνουσαι (λόγ.)
sg.το φανερώνον
του φανερώνοντος
το φανερώνον
φανερώνον
pl.τα φανερώνοντα
των φανερωνόντων
τα φανερώνοντα
φανερώνοντα
sg.ο φανερώσας
του φανερώσαντος
το φανερώσαντα
φανερώσας
pl.οι φανερώσαντες
των φανερωσάντων
τους φανερώσαντεςτους φανερώσαντας (λόγ.)
φανερώσαντες
sg.η φανερώσασα
της φανερώσασας
της φανερωσάσης (κ. λόγ.)
τη φανερώσασατην φανερώσασαν (λόγ.)
φανερώσασα
pl.οι φανερώσασεςαι φανερώσασαι (λόγ.)
των φανερωσασών
τις φανερώσασεςτας φανερωσάσας (λόγ.)
φανερώσασες φανερώσασαι (λόγ.)
sg.το φανερώσαν
του φανερώσαντος
το φανερώσαν
φανερώσαν
pl.τα φανερώσαντα
των φανερωσάντων
τα φανερώσαντα
φανερώσαντα
sg.φανερώνομαι
φανερώνεσαι
φανερώνεται
pl.φανερωνόμαστεφανερωνόμεθα (λόγ.)
φανερώνεστε
φανερωνόσαστε (προφ.)
φανερώνεσθε (λόγ.)
φανερώνονται
sg.φανερωνόμουν
φανερωνόμουνα (προφ.)
εφανερωνόμην (λόγ.)
φανερωνόσουν
φανερωνόσουνα (προφ.)
εφανερώνεσο (λόγ.)
φανερωνόταν
φανερώνετο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
φανερωνότανε (προφ.)
εφανερώνετο (λόγ.)
pl.φανερωνόμαστε
φανερωνόμασταν (προφ.)
εφανερωνόμεθα (λόγ.)
φανερωνόσαστε
φανερωνόσασταν (προφ.)
εφανερώνεσθε (λόγ.)
φανερώνονταν
φανερώνοντο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
φανερωνόντανε / φανερωνόντουσαν (προφ.)
εφανερώνοντο (λόγ.)
sg.φανερώθηκαεφανερώθην (λόγ.)
φανερώθηκεςεφανερώθης (λόγ.)
φανερώθηκεεφανερώθη (λόγ.)
pl.φανερωθήκαμεεφανερώθημεν (λόγ.)
φανερωθήκατεεφανερώθητε (λόγ.)
φανερώθηκαν
φανερωθήκαν / φανερωθήκανε (προφ.)
εφανερώθησαν (λόγ.)
sg.έχω φανερωθείέχω φανερωθή (λόγ.)
έχεις φανερωθείέχεις φανερωθή (λόγ.)
έχει φανερωθείέχει φανερωθή (λόγ.)
pl.έχουμε φανερωθείέχουμε φανερωθή (λόγ.)
έχετε φανερωθείέχετε φανερωθή (λόγ.)
έχουν φανερωθείέχουν φανερωθή (λόγ.)
sg.είμαι φανερωμένος
είσαι φανερωμένος
είναι φανερωμένος
pl.είμαστε φανερωμένοι
είσαστε φανερωμένοι
είναι φανερωμένοι
sg.είχα φανερωθείείχα φανερωθή (λόγ.)
είχες φανερωθείείχες φανερωθή (λόγ.)
είχε φανερωθείείχε φανερωθή (λόγ.)
pl.είχαμε φανερωθείείχαμε φανερωθή (λόγ.)
είχατε φανερωθείείχατε φανερωθή (λόγ.)
είχαν φανερωθείείχαν φανερωθή (λόγ.)
sg.ήμουν φανερωμένος
ήσουν φανερωμένος
ήταν φανερωμένος
pl.ήμασταν φανερωμένοι
ήσασταν φανερωμένοι
ήταν φανερωμένοι
sg.θα έχω φανερωθείθα έχω φανερωθή (λόγ.)
θα έχεις φανερωθείθα έχης φανερωθή (λόγ.)
θα έχει φανερωθείθα έχη φανερωθή (λόγ.)
pl.θα έχουμε φανερωθείθα έχωμεν φανερωθή (λόγ.)
θα έχετε φανερωθείθα έχετε φανερωθή (λόγ.)
θα έχουν φανερωθείθα έχουν φανερωθή (λόγ.)
sg.θα είμαι φανερωμένος
θα είσαι φανερωμένος
θα είναι φανερωμένος
pl.θα είμαστε φανερωμένοι
θα είσαστε φανερωμένοι
θα είναι φανερωμένοι
sg.θα φανερώνομαιθα φανερώνωμαι (λόγ.)
θα φανερώνεσαι
θα φανερώνεται
pl.θα φανερωνόμαστεθα φανερωνώμεθα (λόγ.)
θα φανερώνεστε
θα φανερωνόσαστε (προφ.)
θα φανερώνεσθε (λόγ.)
θα φανερώνονταιθα φανερώνωνται (λόγ.)
sg.θα φανερωθώθα φανερωθώ (λόγ.)
θα φανερωθείςθα φανερωθής (λόγ.)
θα φανερωθείθα φανερωθή (λόγ.)
pl.θα φανερωθούμεθα φανερωθώμεν (λόγ.)
θα φανερωθείτεθα φανερωθήτε (λόγ.)
θα φανερωθούν
θα φανερωθούνε (προφ.)
θα φανερωθούν (λόγ.)
sg.να φανερώνομαινα φανερώνωμαι (λόγ.)
να φανερώνεσαι
να φανερώνεται
pl.να φανερωνόμαστενα φανερωνώμεθα (λόγ.)
να φανερώνεστε
να φανερωνόσαστε (προφ.)
να φανερώνεσθε (λόγ.)
να φανερώνονταινα φανερώνωνται (λόγ.)
sg.να φανερωθώνα φανερωθώ (λόγ.)
να φανερωθείςνα φανερωθής (λόγ.)
να φανερωθείνα φανερωθή (λόγ.)
pl.να φανερωθούμενα φανερωθώμεν (λόγ.)
να φανερωθείτενα φανερωθήτε (λόγ.)
να φανερωθούν
να φανερωθούνε (προφ.)
να φανερωθούν (λόγ.)
sg.να έχω φανερωθείνα έχω φανερωθή (λόγ.)
να έχεις φανερωθείνα έχης φανερωθή (λόγ.)
να έχει φανερωθείνα έχη φανερωθή (λόγ.)
pl.να έχουμε φανερωθείνα έχωμεν φανερωθή (λόγ.)
να έχετε φανερωθείνα έχετε φανερωθή (λόγ.)
να έχουν φανερωθείνα έχουν φανερωθή (λόγ.)
sg.να είμαι φανερωμένος
να είσαι φανερωμένος
να είναι φανερωμένος
pl.να είμαστε φανερωμένοι
να είσαστε φανερωμένοι
να είναι φανερωμένοι
sg.-
-
-
pl.-
φανερώνεστεφανερώνεσθε (λόγ.)
-
sg.-
φανερώσου
-
pl.-
φανερωθείτεφανερωθήτε (λόγ.)
-
φανερωθεί φανερωθή (λόγ.)
sg.ο φανερωθείς
του φανερωθέντος
το φανερωθέντα
φανερωθείς
pl.οι φανερωθέντες
των φανερωθέντων
τους φανερωθέντεςτους φανερωθέντας (λόγ.)
φανερωθέντες
sg.η φανερωθείσα
της φανερωθείσας
της φανερωθείσης (κ. λόγ.)
τη φανερωθείσατην φανερωθείσαν (λόγ.)
φανερωθείσα
pl.οι φανερωθείσεςαι φανερωθείσαι (λόγ.)
των φανερωθεισών
τις φανερωθείσεςτας φανερωθείσας (λόγ.)
φανερωθείσες φανερωθείσαι (λόγ.)
sg.το φανερωθέν
του φανερωθέντος
το φανερωθέν
φανερωθέν
pl.τα φανερωθέντα
των φανερωθέντων
τα φανερωθέντα
φανερωθέντα
sg.ο φανερωμένος
του φανερωμένου
το φανερωμένο
φανερωμένε
pl.οι φανερωμένοι
των φανερωμένων
τους φανερωμένους
φανερωμένοι
sg.η φανερωμένη
της φανερωμένης
τη φανερωμένη
φανερωμένη
pl.οι φανερωμένες
των φανερωμένων
τις φανερωμένες
φανερωμένες
sg.το φανερωμένο
του φανερωμένου
το φανερωμένο
φανερωμένο
pl.τα φανερωμένα
των φανερωμένων
τα φανερωμένα
φανερωμένα




случайная выборка слов из базы

ατονώντας ευκοιλιότητα μαυρισμένος ζωοτοκία σχεδιαστήριο συγκατάνευση σοβαρότης εφτακοσαριά διαλαλημένος ορμίδι γκρενά εγκοπή στασίδιον παπυρικός βιοπορισμός μόνοιασμα σκεπτικισμός κυματοειδής κόρδωμα χωροταξικά Αλευρίτης Πολωνία ομάς έγνοια πρόοδος τυροκομείο εξομοιωμένος υποτιμώντας καλαφατιστήρι ωτολόγος τεμενάς εγκωμιασμένος αθεάτριστος σακούλιασμα βρόχος σταθερότης εμπάθεια
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве