Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. υπό

υπό
υπ' (με έκθλιψη) / υφ' (με έκθλιψη)




случайная выборка слов из базы

πρεσάρισμα ασβεστάδικο μετακίνησις παθός μεταρρυθμιστής ολολυγμός προπάπποι πατροπαράδοτος προικοδοσία ελαία επιγραφή πασιφιστής εμμηνόπαυση σκλήθρα εκφωνήτρια συνωμότισσα σκυλί εωθινό ελληνολατρία μονός οδόντωση υγειά στυλό Εσμεράλδα παιδικότητα σόδα πλάγιασμα Σουηδία χαμπέρι ετυμολόγος πολιτικώς σαΐνι ανθολόγιο αμάξι τετράπολος μουνόψειρα καταληπτά
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве