Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. υπέρυθρος

πτώση ενικός
ονομαστική υπέρυθρος υπέρυθρη υπέρυθρο
γενική υπέρυθρου υπέρυθρης υπέρυθρου
αιτιατική υπέρυθρο υπέρυθρη υπέρυθρο
κλητική υπέρυθρε υπέρυθρη υπέρυθρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπέρυθροι υπέρυθρες υπέρυθρα
γενική υπέρυθρων υπέρυθρων υπέρυθρων
αιτιατική υπέρυθρους υπέρυθρες υπέρυθρα
κλητική υπέρυθροι υπέρυθρες υπέρυθρα





случайная выборка слов из базы

κυβίστησις χωροφύλακας ντοκ αντιβασιλέας κουλουρτζής ταυτοχρόνως Μαυροθαλασσίτισσα καρτοτηλέφωνο βιβλιοκαπηλία προσμονή αποτελμάτωσις τετράς πολίχνη κιβώτιο χειροκρόταλο ενθουσιασμένος ομορφονιός σπινθηρογράφημα καταξεσχισμένος πολιορκητής όζα ακατανοησία αναλγησία παραβλάσταρο εθνικισμός ιπποφαές ματαιοπονώντας αποταμίευμα πλειοδοσία αντίκλινον ψυχολογημένος λάθος φόρτσα μαγκαλάκι στοίχισις ντοματόζουμο άτεγκτα
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве