Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. τσούρμο

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσούρμο τσούρμα
γενική τσούρμου τσούρμων
αιτιατική τσούρμο τσούρμα
κλητική τσούρμο τσούρμα




2. τσούρμο
noun.
sg.το τσούρμο
του τσούρμου
το τσούρμο
τσούρμο
pl.τα τσούρμα
των τσούρμων
τα τσούρμα
τσούρμα




случайная выборка слов из базы

κακομαθημένος οντάς γαλβανιζέ ψάρι συμπρωτεύουσα σκάρτεμα αποδοτικότητα εκγύμναση σπογγαλιευτικό φλώρι οχιά αιγοπρόβατα μπουρδέλο παραφυάδα θαλασσοταραχή βασισμένος τουρκόγυφτος εξευμενισμός έμβλημα ωρολόγιος αλευρόκρεμα μοσχοβόλημα άδειασμα βομβύκιο σβίγκος γυρολόγος μετόπισθεν τσακμάκι πωρωμένος λίθινος ημιμάθεια σφυροκόπημα λιποψυχία τριβρωμιούχος παΐδι ξύλιασμα ασχολίαστα
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве