Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. τσούλα

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσούλα τσούλες
γενική τσούλας
αιτιατική τσούλα τσούλες
κλητική τσούλα τσούλες




2. τσούλα
noun.
sg.η τσούλα
της τσούλας
την τσούλα
τσούλα
pl.οι τσούλες
των τσουλών
τις τσούλες
τσούλες




случайная выборка слов из базы

σοδομισμός Φανάρι ανωνύμως άχρωμα παγίωση χάβαρο σκοτωμός συμψηφισμός ρέγουλα αναρθρία πονέντες τσιφούτα λιόπανο συντροφικά κηδεμόνας ξεχειμώνιασμα εναλλαγή σοδομίτης κάθοδος πείσμωμα εγωτιστής ακόμη πλήρωσις ντομάτα γεμολόγος γείσος σύμφωνα ανδροπρέπεια ψήφος ταμπεραμέντο έκτισις μεγάτονος παρενόχληση θερμοπυρηνικός ποιος ορθοτομώντας αδιάβροχο
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве