Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. τσιγαράδικο

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσιγαράδικο τσιγαράδικα
γενική τσιγαράδικου τσιγαράδικων
αιτιατική τσιγαράδικο τσιγαράδικα
κλητική τσιγαράδικο τσιγαράδικα





случайная выборка слов из базы

κριτσίνι βιβλιοδέτρια ακρίς κοινοβουλευτισμός σαδισμός ψυχάκι αυτουργία πάνθηρας ολογραφία έμβασμα τουρκέτης βαρύτητα πνευμοθώρακας μπιχλιμπίδι τσόφλι συνθέτρια ανέγερση επιμόρφωση αλάτισμα ελαιόχρωμα πλασάρισμα αφυγραντήρας κουνουπάκι αλευροζυγός γλωσσοδέτης αγριορίγανη αζυμοφαγία καταγραμμένος τετράστεγος αμινομάδα μαρουλόφυλλο δασύτητα φατριασμός λαχειοπώλισσα λιθογράφος Ουκρανία ξολοθρεμός
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве