Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. τσαρούχι

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσαρούχι τσαρούχια
γενική τσαρουχιού τσαρουχιών
αιτιατική τσαρούχι τσαρούχια
κλητική τσαρούχι τσαρούχια




2. τσαρούχι
noun.
sg.το τσαρούχι
του τσαρουχιού
το τσαρούχι
τσαρούχι
pl.τα τσαρούχια
των τσαρουχιών
τα τσαρούχια
τσαρούχια




случайная выборка слов из базы

παραβλάσταρο αλματώδης θρησκευτικός αμεταβίβαστος σκευομορφισμός χάρτης εμβαδό πνευμονογράφημα επίσχεσις μισθωτήριο λάγγεμα βιμπράφωνο καβουρντισμένος κωλόπαιδο εργατικότητα ρόδισμα παγάνα δικάταρτο λαμπαδιασμένος γραφομηχανή άκρια σαμιαμίδι υπερχορδή κουτάλι υπομονετικά νομοτέλεια εκβιομηχανισμένος λίγδα ενεχυροδανειστής σκεπτικιστής εργαλείο θέλγητρον ταχυδακτυλουργία τρεμούλα κουκούτσι συνονθύλευμα σαντζάκι
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве