Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. τρυγόνι

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τρυγόνι τρυγόνια
γενική τρυγονιού τρυγονιών
αιτιατική τρυγόνι τρυγόνια
κλητική τρυγόνι τρυγόνια




2. τρυγόνι
noun.
sg.το τρυγόνιτο τρυγόνιον (λόγ.)
του τρυγονιούτου τρυγονίου (λόγ.)
το τρυγόνιτο τρυγόνιον (λόγ.)
τρυγόνι τρυγόνιον (λόγ.)
pl.τα τρυγόνια
των τρυγονιώντων τρυγονίων (λόγ.)
τα τρυγόνια
τρυγόνια




случайная выборка слов из базы

αποκέντρωσις κιτρολέμονο γιοφύρι ολονύχτιος καναλάρχης μικροκομματισμός φουρό πατριώτισσα καθένας μικροοικονομία χορτόπιτα αμαντάλωτος καυχησιά συσταλτικότητα μαρξίστρια ζωεμπόριο πραμάτεια ρούπι οινολογία στερλίνα δουλοπρέπεια ασιανολόγος τρανζίστορ αντικομφορμισμός κυτταρίτιδα καμαρίλα εχθροπραξία αυτοπροστασία σκόντο εγωλατρία λαχάνιασμα υπόνοια περίγελος κλασικά ανία φουμάρω εντελβάις
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве