Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. τροπή

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τροπή τροπές
γενική τροπής τροπών
αιτιατική τροπή τροπές
κλητική τροπή τροπές




2. τροπή
noun.
sg.η τροπή
της τροπής
την τροπήτην τροπήν (λόγ.)
τροπή
pl.οι τροπέςαι τροπαί (λόγ.)
των τροπών
τις τροπέςτας τροπάς (λόγ.)
τροπές τροπαί (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

ατροφία κούμουλος φλύκταινα πλοϊμότητα βρόντος σταθερότης χαλαρά άσπρο μηλομαχία ραδιοηλεκτρισμός δεκάδα μπιμπερό τερέτισμα πρηνηδόν σαγονιά παραχαραγμένος καθολική ξεχρεωμένος μετεωρολογία γουργουρητό ολολυγμός εμμηνόρροια θαλασσοταραχή τσεκουριά αναθέρμανσις γλωσσοπλάστρια αρκούδος ιμπρεσάριος κουβαλητής μανάβικο αιμοδότης πτύχωσις γαγγραινιασμένος νταμάρι διάνεμα πιανόλα σκύμνος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве