Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. τουρίστας

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τουρίστας τουρίστες
γενική τουρίστα τουριστών
αιτιατική τουρίστα τουρίστες
κλητική τουρίστα τουρίστες




2. τουρίστας
noun.
sg.ο τουρίστας
του τουρίστα
τον τουρίστα
τουρίστα
pl.οι τουρίστες
των τουριστών
τους τουρίστες
τουρίστες




случайная выборка слов из базы

ζαφορά εκλιπών ψείρας φλόγα ειρωνικώς σχίσμα παραγινωμένος σάτυρος σακάτισσα σάγουλα αρχιψεύτης υποτακτικός απογαλακτισμός δραστήρια ζωολόγος Προμηθέας κόπρος γουρουνάκι Ψαλίδα δυναμίτης ξυλίκι χνούδιασμα υποθερμία μεσολαβητής ετικέτα ρευματολογία ληξιαρχείο φράγκο σύνοψη ντέφι ομπρέλα πρόσοδος πουντιασμένος απόκτηση σκύλα βρατσέρα Τασκένδη
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве