Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. τετράπατος

πτώση ενικός
ονομαστική τετράπατος τετράπατη τετράπατο
γενική τετράπατου τετράπατης τετράπατου
αιτιατική τετράπατο τετράπατη τετράπατο
κλητική τετράπατε τετράπατη τετράπατο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τετράπατοι τετράπατες τετράπατα
γενική τετράπατων τετράπατων τετράπατων
αιτιατική τετράπατους τετράπατες τετράπατα
κλητική τετράπατοι τετράπατες τετράπατα





случайная выборка слов из базы

καρέκλα μαυροπίνακας τετραβασίλειο πλατό αβάθεια Καναδάς προτεταμένος πετροχελίδονο Ερατώ ρύπος ραφιδογραφία υπότροφος μεταφερμένος Πίκτος βρομόσκυλο καλοζωία κουρέλιασμα πορτάκι εκθήλυνση χλαλοή προύχοντας αναρριχήτρια μαρτυρικός λευκορωσικά αναζωπυρωμένος κλειδόχορδο κολοσσός καταπλημμυρισμένος γονατισμένος ελάτι ξεχειμώνιασμα πολυθεϊστής κροτίδα ξοδιασμένος διάδικος μαγνήσιον ρυθμικότης
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве