Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. τείχος
noun.
sg.το τείχος
του τείχους
το τείχος
τείχος
pl.τα τείχη
των τειχών
τα τείχη
τείχη




случайная выборка слов из базы

χειροτεχνία κολύμπι ραπανάκι παναφρικανικός πιστότητα χαρτοποιία θίασος αεροπλάνο τζούρα σατράπισσα μητρότητα γλωσσομάθεια χρησιμοποίησις μελοποιώντας χελωνίτσα συμβιβαζόμενος επιστημονικώς γνέσιμο πόθος πλοηγώντας επώνυμο βαρκάδα βδέλυγμα βυθόμετρο βακτηρία σκαλοπάτι μικρανεψιά χουζουρλού αγερικό ακρατής φορτισμένος σκάρτεμα γερμανικά κουμάσι σκίτσο Αγησίλαος δολοπλοκία
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве