Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. ταξινόμηση
noun.
sg.η ταξινόμησηη ταξινόμησις (λόγ.)
της ταξινομήσεως / ταξινόμησης
την ταξινόμησητην ταξινόμησιν (λόγ.)
ταξινόμηση ταξινόμησι / ταξινόμησις (λόγ.)
pl.οι ταξινομήσεις
των ταξινομήσεων
τις ταξινομήσεις
ταξινομήσεις



2. ταξινόμησις
noun.
sg.η ταξινόμησηη ταξινόμησις (λόγ.)
της ταξινομήσεως / ταξινόμησης
την ταξινόμησητην ταξινόμησιν (λόγ.)
ταξινόμηση ταξινόμησι / ταξινόμησις (λόγ.)
pl.οι ταξινομήσεις
των ταξινομήσεων
τις ταξινομήσεις
ταξινομήσεις




случайная выборка слов из базы

καθιστάμενος καθαρισμένος κουμπούρας στέκι Ιράκ σπίτι ένταξη πρόδρομος λίβρα διευκρίνιση έπαλξη τοκισμός απόγνωσις καρχαρίας αυλητής Χανιά φασίστας ωμιαίος πρωτομαρτιάτικος βιβλιοδετείο σάματι ντουμπλάρισμα καπό χελωνίτσα σεισμολογία δοκησισοφία απτόητα χαρτοπαίκτης γιαταγάνα αλευράδικο αχνάδα μπιστικός ατομικότητα καταπλημμυρισμένος τρακαδόρισσα σέρνω πορτολάνος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве