Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. σχίσιμο

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σχίσιμο σχισίματα
γενική σχισίματος σχισιμάτων
αιτιατική σχίσιμο σχισίματα
κλητική σχίσιμο σχισίματα




2. σχίσιμο
noun.
sg.το σκίσιμο / σχίσιμο
του σκισίματος / σχισίματος
το σκίσιμο / σχίσιμο
σκίσιμο / σχίσιμο
pl.τα σκισίματα / σχισίματα
των σκισιμάτων / σχισιμάτων
τα σκισίματα / σχισίματα
σκισίματα / σχισίματα




случайная выборка слов из базы

θηλή θηλυμορφία αλγηδόνα γραφολόγος Φανάρι εγκατεστημένος πλεονέκτρα ιστοριογραφία εσμός βοτάνισμα τούλι αντίστροφα μοσκάρι εκθρόνισις αραμαϊκός θερμιώτικος περικάρπιον παρεπόμενο στύπωμα τρόμαγμα ενταύθα φινιστρίνι πτερύγιο Οιδίποδας γραμματοσυλλέκτης πιάτα ελαστικότητα κουτομόγιας Βηρυτός χήνα συνωμοσία καπνεργάτρια πυγμαίος φωναγωγός παραπλήρωμα τσανάκα μάμος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве