Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. συστηματοποίηση
noun.
sg.η συστηματοποίησηη συστηματοποίησις (λόγ.)
της συστηματοποιήσεως / συστηματοποίησης
τη συστηματοποίησητην συστηματοποίησιν (λόγ.)
συστηματοποίηση συστηματοποίησι / συστηματοποίησις (λόγ.)
pl.οι συστηματοποιήσεις
των συστηματοποιήσεων
τις συστηματοποιήσεις
συστηματοποιήσεις



2. συστηματοποίησις
noun.
sg.η συστηματοποίησηη συστηματοποίησις (λόγ.)
της συστηματοποιήσεως / συστηματοποίησης
τη συστηματοποίησητην συστηματοποίησιν (λόγ.)
συστηματοποίηση συστηματοποίησι / συστηματοποίησις (λόγ.)
pl.οι συστηματοποιήσεις
των συστηματοποιήσεων
τις συστηματοποιήσεις
συστηματοποιήσεις




случайная выборка слов из базы

πι ανθολόγιο παιδισμός υπεραπλουστευμένος υπομισθωμένος δαυλί αμερίκιο επικαρπωτής βαθύφωνος ερωτικός ανιχνευτής μαστιγωμένος παράθεμα δράκαινα γουρούνα σύντριμμα βασικά αγνωμοσύνη ξεκάμωμα σβελτάδα προεργασία στροφυλιά αλαλητός σπουργίτης περιουσία επίβλεψη γρανίτα γλωσσοπλάστρια πάρα δασκαλίκι θεωρός βυζαντινός κατσίκα κρασοστάφυλο σιωπώντας πανέρι δυνάμωμα
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве