Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. συμπονετικός
adj.

Το επίθετο συμπονετικός
   θετικόςσυγκριτικόςυπερθετικός
Α
ρ
σ.
συμπονετικός
συμπονετικού
συμπονετικό
συμπονετικέ
συμπονετικοί
συμπονετικών
συμπονετικούς
συμπονετικοί
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
Θ
η
λ.
συμπονετική
συμπονετικής
συμπονετική
συμπονετική
συμπονετικές
συμπονετικών
συμπονετικές
συμπονετικές
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
Ο
υ
δ.
συμπονετικό
συμπονετικού
συμπονετικό
συμπονετικό
συμπονετικά
συμπονετικών
συμπονετικά
συμπονετικά
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-




случайная выборка слов из базы

Φειδίας λιλιά δανεισμένος νιόγαμπρος νηστεύω τοποθεσία πετρογραφία τυπωτικός ποζάρισμα πλαστικό αντιεμετικός αδεκαρία ιστιούχος ξεσυνέρισμα χρυσοθηρία υπέρθυρος εξωστρέφεια βροντώδης αντηχητικά μαρουλάκι τσάμπουρο δυόμισι χρυσοστόλιστος τεμπεσίρι τούλι εξευτελίζομαι τετραωνυμία σύνταξη ανίερος ερωτικός εχεμύθεια λίμνασμα αδικημένος ωκεανογραφικός μυδραλιοβόλο πιτυρίδα ίλιγγος