Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. συμπολιτευόμενος

sg.συμπολιτεύομαι
συμπολιτεύεσαι
συμπολιτεύεται
pl.συμπολιτευόμαστεσυμπολιτευόμεθα (λόγ.)
συμπολιτεύεστεσυμπολιτεύεσθε (λόγ.)
συμπολιτεύονται
sg.συμπολιτευόμουνσυνεπολιτευόμην (λόγ.)
συμπολιτευόσουνσυνεπολιτεύεσο (λόγ.)
συμπολιτευόταν
συμπολιτεύετο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
συνεπολιτεύετο (λόγ.)
pl.συμπολιτευόμαστεσυνεπολιτευόμεθα (λόγ.)
συμπολιτευόσαστεσυνεπολιτεύεσθε (λόγ.)
συμπολιτεύονταν
συμπολιτεύοντο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
συνεπολιτεύοντο (λόγ.)
sg.συμπολιτεύτηκα
συμπολιτεύθηκα (κ. με λόγ. χαρ.)
συνεπολιτεύθην (λόγ.)
συμπολιτεύτηκες
συμπολιτεύθηκες (κ. με λόγ. χαρ.)
συνεπολιτεύθης (λόγ.)
συμπολιτεύτηκε
συμπολιτεύθη (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
συμπολιτεύθηκε (κ. με λόγ. χαρ.)
συνεπολιτεύθη (λόγ.)
pl.συμπολιτευτήκαμε
συμπολιτευθήκαμε (κ. με λόγ. χαρ.)
συνεπολιτεύθημεν (λόγ.)
συμπολιτευτήκατε
συμπολιτευθήκατε (κ. με λόγ. χαρ.)
συνεπολιτεύθητε (λόγ.)
συμπολιτεύτηκαν
συμπολιτεύθησαν (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
συμπολιτευτήκαν / συμπολιτευτήκανε (προφ.)
συμπολιτεύθηκαν (κ. με λόγ. χαρ.)
συνεπολιτεύθησαν (λόγ.)
sg.έχω συμπολιτευτεί
έχω συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
έχω συμπολιτευθή (λόγ.)
έχεις συμπολιτευτεί
έχεις συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
έχεις συμπολιτευθή (λόγ.)
έχει συμπολιτευτεί
έχει συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
έχει συμπολιτευθή (λόγ.)
pl.έχουμε συμπολιτευτεί
έχουμε συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
έχουμε συμπολιτευθή (λόγ.)
έχετε συμπολιτευτεί
έχετε συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
έχετε συμπολιτευθή (λόγ.)
έχουν συμπολιτευτεί
έχουν συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
έχουν συμπολιτευθή (λόγ.)
sg.είχα συμπολιτευτεί
είχα συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
είχα συμπολιτευθή (λόγ.)
είχες συμπολιτευτεί
είχες συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
είχες συμπολιτευθή (λόγ.)
είχε συμπολιτευτεί
είχε συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
είχε συμπολιτευθή (λόγ.)
pl.είχαμε συμπολιτευτεί
είχαμε συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
είχαμε συμπολιτευθή (λόγ.)
είχατε συμπολιτευτεί
είχατε συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
είχατε συμπολιτευθή (λόγ.)
είχαν συμπολιτευτεί
είχαν συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
είχαν συμπολιτευθή (λόγ.)
sg.θα έχω συμπολιτευτεί
θα έχω συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
θα έχω συμπολιτευθή (λόγ.)
θα έχεις συμπολιτευτεί
θα έχεις συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
θα έχης συμπολιτευθή (λόγ.)
θα έχει συμπολιτευτεί
θα έχει συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
θα έχη συμπολιτευθή (λόγ.)
pl.θα έχουμε συμπολιτευτεί
θα έχουμε συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
θα έχωμεν συμπολιτευθή (λόγ.)
θα έχετε συμπολιτευτεί
θα έχετε συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
θα έχετε συμπολιτευθή (λόγ.)
θα έχουν συμπολιτευτεί
θα έχουν συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
θα έχουν συμπολιτευθή (λόγ.)
sg.θα συμπολιτεύομαιθα συμπολιτεύωμαι (λόγ.)
θα συμπολιτεύεσαι
θα συμπολιτεύεται
pl.θα συμπολιτευόμαστεθα συμπολιτευώμεθα (λόγ.)
θα συμπολιτεύεστεθα συμπολιτεύεσθε (λόγ.)
θα συμπολιτεύονταιθα συμπολιτεύωνται (λόγ.)
sg.θα συμπολιτευτώ
θα συμπολιτευθώ (κ. με λόγ. χαρ.)
θα συμπολιτευθώ (λόγ.)
θα συμπολιτευτείς
θα συμπολιτευθείς (κ. με λόγ. χαρ.)
θα συμπολιτευθής (λόγ.)
θα συμπολιτευτεί
θα συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
θα συμπολιτευθή (λόγ.)
pl.θα συμπολιτευτούμε
θα συμπολιτευθούμε (κ. με λόγ. χαρ.)
θα συμπολιτευθώμεν (λόγ.)
θα συμπολιτευτείτε
θα συμπολιτευθείτε (κ. με λόγ. χαρ.)
θα συμπολιτευθήτε (λόγ.)
θα συμπολιτευτούν
θα συμπολιτευτούνε (προφ.)
θα συμπολιτευθούν (κ. με λόγ. χαρ.)
θα συμπολιτευθούν (λόγ.)
sg.να συμπολιτεύομαινα συμπολιτεύωμαι (λόγ.)
να συμπολιτεύεσαι
να συμπολιτεύεται
pl.να συμπολιτευόμαστενα συμπολιτευώμεθα (λόγ.)
να συμπολιτεύεστενα συμπολιτεύεσθε (λόγ.)
να συμπολιτεύονταινα συμπολιτεύωνται (λόγ.)
sg.να συμπολιτευτώ
να συμπολιτευθώ (κ. με λόγ. χαρ.)
να συμπολιτευθώ (λόγ.)
να συμπολιτευτείς
να συμπολιτευθείς (κ. με λόγ. χαρ.)
να συμπολιτευθής (λόγ.)
να συμπολιτευτεί
να συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
να συμπολιτευθή (λόγ.)
pl.να συμπολιτευτούμε
να συμπολιτευθούμε (κ. με λόγ. χαρ.)
να συμπολιτευθώμεν (λόγ.)
να συμπολιτευτείτε
να συμπολιτευθείτε (κ. με λόγ. χαρ.)
να συμπολιτευθήτε (λόγ.)
να συμπολιτευτούν
να συμπολιτευτούνε (προφ.)
να συμπολιτευθούν (κ. με λόγ. χαρ.)
να συμπολιτευθούν (λόγ.)
sg.να έχω συμπολιτευτεί
να έχω συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
να έχω συμπολιτευθή (λόγ.)
να έχεις συμπολιτευτεί
να έχεις συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
να έχης συμπολιτευθή (λόγ.)
να έχει συμπολιτευτεί
να έχει συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
να έχη συμπολιτευθή (λόγ.)
pl.να έχουμε συμπολιτευτεί
να έχουμε συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
να έχωμεν συμπολιτευθή (λόγ.)
να έχετε συμπολιτευτεί
να έχετε συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
να έχετε συμπολιτευθή (λόγ.)
να έχουν συμπολιτευτεί
να έχουν συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
να έχουν συμπολιτευθή (λόγ.)
sg.-
-
-
pl.-
συμπολιτεύεστεσυμπολιτεύεσθε (λόγ.)
-
sg.-
συμπολιτεύσου
-
pl.-
συμπολιτευτείτε
συμπολιτευθείτε (κ. με λόγ. χαρ.)
συμπολιτευθήτε (λόγ.)
-
συμπολιτευτεί
συμπολιτευθεί (κ. με λόγ. χαρ.)
συμπολιτευθή (λόγ.)
sg.ο συμπολιτευόμενος
του συμπολιτευόμενουτου συμπολιτευομένου (λόγ.)
το συμπολιτευόμενοτον συμπολιτευόμενον (λόγ.)
συμπολιτευόμενε
pl.οι συμπολιτευόμενοι
των συμπολιτευόμενωντων συμπολιτευομένων (λόγ.)
τους συμπολιτευόμενουςτους συμπολιτευομένους (λόγ.)
συμπολιτευόμενοι
sg.η συμπολιτευόμενηη συμπολιτευομένη (λόγ.)
της συμπολιτευόμενηςτης συμπολιτευομένης (λόγ.)
τη συμπολιτευόμενητην συμπολιτευομένη (λόγ.)
την συμπολιτευομένην (λογιότ.)
συμπολιτευόμενη συμπολιτευομένη (λόγ.)
pl.οι συμπολιτευόμενεςαι συμπολιτευόμεναι (λόγ.)
των συμπολιτευόμενωντων συμπολιτευομένων (λόγ.)
τις συμπολιτευόμενεςτας συμπολιτευομένας (λόγ.)
συμπολιτευόμενες συμπολιτευόμεναι (λόγ.)
sg.το συμπολιτευόμενοτο συμπολιτευόμενον (λόγ.)
του συμπολιτευόμενουτου συμπολιτευομένου (λόγ.)
το συμπολιτευόμενοτο συμπολιτευόμενον (λόγ.)
συμπολιτευόμενο συμπολιτευόμενον (λόγ.)
pl.τα συμπολιτευόμενα
των συμπολιτευόμενωντων συμπολιτευομένων (λόγ.)
τα συμπολιτευόμενα
συμπολιτευόμενα
sg.ο συμπολιτευθείς
του συμπολιτευθέντος
το συμπολιτευθέντα
συμπολιτευθείς
pl.οι συμπολιτευθέντες
των συμπολιτευθέντων
τους συμπολιτευθέντεςτους συμπολιτευθέντας (λόγ.)
συμπολιτευθέντες
sg.η συμπολιτευθείσα
της συμπολιτευθείσας
της συμπολιτευθείσης (κ. λόγ.)
τη συμπολιτευθείσατην συμπολιτευθείσαν (λόγ.)
συμπολιτευθείσα
pl.οι συμπολιτευθείσεςαι συμπολιτευθείσαι (λόγ.)
των συμπολιτευθεισών
τις συμπολιτευθείσεςτας συμπολιτευθείσας (λόγ.)
συμπολιτευθείσες συμπολιτευθείσαι (λόγ.)
sg.το συμπολιτευθέν
του συμπολιτευθέντος
το συμπολιτευθέν
συμπολιτευθέν
pl.τα συμπολιτευθέντα
των συμπολιτευθέντων
τα συμπολιτευθέντα
συμπολιτευθέντα




случайная выборка слов из базы

ραδιόφωνο οδοιπορικά τελωνοφυλακή αντικειμενικότητα δωρητής κακομεταχειρισμένος παραμορφωτικά πέτρα τετραγερμάνιο ευθύτης καρδάμωμα αβγουλού αναπαραδιάρης ει κουμαρτζής φαρσοκωμωδία ολογραφία γαλακτοβιομηχανία δευτεροτρόπιδα πυρόλυση Έκτορας αριστοτέχνημα Γρεβενιώτης σαπούνισμα κακοπληρωτής αρουραίος γυμναστήριο χωριάτης κόμμωσις επευφημία πρέφα παιδοκομώντας παγωμάρα σκευοφύλακας γυρίνος πεζοδρόμος δημοσιολόγος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве