Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. συμμορία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συμμορία συμμορίες
γενική συμμορίας συμμοριών
αιτιατική συμμορία συμμορίες
κλητική συμμορία συμμορίες




2. συμμορία
noun.
sg.η συμμορία
της συμμορίας
τη συμμορίατην συμμορίαν (λόγ.)
συμμορία
pl.οι συμμορίεςαι συμμορίαι (λόγ.)
των συμμοριών
τις συμμορίεςτας συμμορίας (λόγ.)
συμμορίες συμμορίαι (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

αρμάθα απονευρωμένος ρεάλι εργογραφία παιδάκι στρέμμα φύτεμα μπάστακας εκτραχηλισμένος κωλαρού θεομηνία λεβητοστάσιο συμμορίτης ιερεμιάδα απαρτεμάν γαλακτοπωλείο σιμιγδάλι βαθμοθετημένος δυφιόρρευμα εντέλει λούλουδο κύμανσις κύτταρο ξερίζωμα εικότως ξεκαθάρισμα ακροδάχτυλο πέταλο διακύβευσις ηγήτορας βραχνάδα βουλιμία άστειφτος απουσιολόγος θαλασσοκρατία αμυλάλευρον απέλασις
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве