Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. στεφανωμένος

sg.στεφανώνω
στεφανώνεις
στεφανώνει
pl.στεφανώνομε / στεφανώνουμεστεφανώνομεν (λόγ.)
στεφανώνετε
στεφανώνουν
στεφανώνουνε (προφ.)
sg.στεφάνωναεστεφάνωνον (λόγ.)
στεφάνωνεςεστεφάνωνες (λόγ.)
στεφάνωνεεστεφάνωνε (λόγ.)
pl.στεφανώναμεεστεφανώνομεν (λόγ.)
στεφανώνατεεστεφανώνετε (λόγ.)
στεφάνωναν
στεφανώναν / στεφανώνανε (προφ.)
εστεφάνωνον (λόγ.)
sg.στεφάνωσαεστεφάνωσα (λόγ.)
στεφάνωσεςεστεφάνωσας (λόγ.)
στεφάνωσεεστεφάνωσε (λόγ.)
pl.στεφανώσαμεεστεφανώσαμεν (λόγ.)
στεφανώσατεεστεφανώσατε (λόγ.)
στεφάνωσαν
στεφανώσαν / στεφανώσανε (προφ.)
εστεφάνωσαν (λόγ.)
sg.έχω στεφανώσει
έχεις στεφανώσει
έχει στεφανώσει
pl.έχουμε στεφανώσει
έχετε στεφανώσει
έχουν στεφανώσει
sg.είχα στεφανώσει
είχες στεφανώσει
είχε στεφανώσει
pl.είχαμε στεφανώσει
είχατε στεφανώσει
είχαν στεφανώσει
sg.θα έχω στεφανώσει
θα έχεις στεφανώσει
θα έχει στεφανώσει
pl.θα έχουμε στεφανώσει
θα έχετε στεφανώσει
θα έχουν στεφανώσει
sg.θα στεφανώνω
θα στεφανώνειςθα στεφανώνης (λόγ.)
θα στεφανώνειθα στεφανώνη (λόγ.)
pl.θα στεφανώνομε / θα στεφανώνουμεθα στεφανώνωμεν (λόγ.)
θα στεφανώνετε
θα στεφανώνουν
θα στεφανώνουνε (προφ.)
sg.θα στεφανώσω
θα στεφανώσειςθα στεφανώσης (λόγ.)
θα στεφανώσειθα στεφανώση (λόγ.)
pl.θα στεφανώσομε / θα στεφανώσουμεθα στεφανώσωμεν (λόγ.)
θα στεφανώσετε
θα στεφανώσουν
θα στεφανώσουνε (προφ.)
sg.να στεφανώνω
να στεφανώνειςνα στεφανώνης (λόγ.)
να στεφανώνεινα στεφανώνη (λόγ.)
pl.να στεφανώνομε / να στεφανώνουμενα στεφανώνωμεν (λόγ.)
να στεφανώνετε
να στεφανώνουν
να στεφανώνουνε (προφ.)
sg.να στεφανώσω
να στεφανώσειςνα στεφανώσης (λόγ.)
να στεφανώσεινα στεφανώση (λόγ.)
pl.να στεφανώσομε / να στεφανώσουμενα στεφανώσωμεν (λόγ.)
να στεφανώσετε
να στεφανώσουν
να στεφανώσουνε (προφ.)
sg.να έχω στεφανώσει
να έχεις στεφανώσει
να έχει στεφανώσει
pl.να έχουμε στεφανώσει
να έχετε στεφανώσει
να έχουν στεφανώσει
sg.-
στεφάνωνε
-
pl.-
στεφανώνετε
-
sg.-
στεφάνωσε
-
pl.-
στεφανώστεστεφανώσατε (λόγ.)
-
στεφανώσει
στεφανώνοντας
sg.ο στεφανώνων
του στεφανώνοντος
το στεφανώνοντα
στεφανώνων
pl.οι στεφανώνοντες
των στεφανωνόντων
τους στεφανώνοντεςτους στεφανώνοντας (λόγ.)
στεφανώνοντες
sg.η στεφανώνουσα
της στεφανώνουσας
της στεφανωνούσης (κ. λόγ.)
τη στεφανώνουσατην στεφανώνουσαν (λόγ.)
στεφανώνουσα
pl.οι στεφανώνουσεςαι στεφανώνουσαι (λόγ.)
των στεφανωνουσών
τις στεφανώνουσεςτας στεφανωνούσας (λόγ.)
στεφανώνουσες στεφανώνουσαι (λόγ.)
sg.το στεφανώνον
του στεφανώνοντος
το στεφανώνον
στεφανώνον
pl.τα στεφανώνοντα
των στεφανωνόντων
τα στεφανώνοντα
στεφανώνοντα
sg.ο στεφανώσας
του στεφανώσαντος
το στεφανώσαντα
στεφανώσας
pl.οι στεφανώσαντες
των στεφανωσάντων
τους στεφανώσαντεςτους στεφανώσαντας (λόγ.)
στεφανώσαντες
sg.η στεφανώσασα
της στεφανώσασας
της στεφανωσάσης (κ. λόγ.)
τη στεφανώσασατην στεφανώσασαν (λόγ.)
στεφανώσασα
pl.οι στεφανώσασεςαι στεφανώσασαι (λόγ.)
των στεφανωσασών
τις στεφανώσασεςτας στεφανωσάσας (λόγ.)
στεφανώσασες στεφανώσασαι (λόγ.)
sg.το στεφανώσαν
του στεφανώσαντος
το στεφανώσαν
στεφανώσαν
pl.τα στεφανώσαντα
των στεφανωσάντων
τα στεφανώσαντα
στεφανώσαντα
sg.στεφανώνομαι
στεφανώνεσαι
στεφανώνεται
pl.στεφανωνόμαστεστεφανωνόμεθα (λόγ.)
στεφανώνεστε
στεφανωνόσαστε (προφ.)
στεφανώνεσθε (λόγ.)
στεφανώνονται
sg.στεφανωνόμουν
στεφανωνόμουνα (προφ.)
εστεφανωνόμην (λόγ.)
στεφανωνόσουν
στεφανωνόσουνα (προφ.)
εστεφανώνεσο (λόγ.)
στεφανωνόταν
στεφανώνετο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
στεφανωνότανε (προφ.)
εστεφανώνετο (λόγ.)
pl.στεφανωνόμαστε
στεφανωνόμασταν (προφ.)
εστεφανωνόμεθα (λόγ.)
στεφανωνόσαστε
στεφανωνόσασταν (προφ.)
εστεφανώνεσθε (λόγ.)
στεφανώνονταν
στεφανώνοντο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
στεφανωνόντανε / στεφανωνόντουσαν (προφ.)
εστεφανώνοντο (λόγ.)
sg.στεφανώθηκαεστεφανώθην (λόγ.)
στεφανώθηκεςεστεφανώθης (λόγ.)
στεφανώθηκεεστεφανώθη (λόγ.)
pl.στεφανωθήκαμεεστεφανώθημεν (λόγ.)
στεφανωθήκατεεστεφανώθητε (λόγ.)
στεφανώθηκαν
στεφανωθήκαν / στεφανωθήκανε (προφ.)
εστεφανώθησαν (λόγ.)
sg.έχω στεφανωθείέχω στεφανωθή (λόγ.)
έχεις στεφανωθείέχεις στεφανωθή (λόγ.)
έχει στεφανωθείέχει στεφανωθή (λόγ.)
pl.έχουμε στεφανωθείέχουμε στεφανωθή (λόγ.)
έχετε στεφανωθείέχετε στεφανωθή (λόγ.)
έχουν στεφανωθείέχουν στεφανωθή (λόγ.)
sg.είμαι στεφανωμένος
είσαι στεφανωμένος
είναι στεφανωμένος
pl.είμαστε στεφανωμένοι
είσαστε στεφανωμένοι
είναι στεφανωμένοι
sg.είχα στεφανωθείείχα στεφανωθή (λόγ.)
είχες στεφανωθείείχες στεφανωθή (λόγ.)
είχε στεφανωθείείχε στεφανωθή (λόγ.)
pl.είχαμε στεφανωθείείχαμε στεφανωθή (λόγ.)
είχατε στεφανωθείείχατε στεφανωθή (λόγ.)
είχαν στεφανωθείείχαν στεφανωθή (λόγ.)
sg.ήμουν στεφανωμένος
ήσουν στεφανωμένος
ήταν στεφανωμένος
pl.ήμασταν στεφανωμένοι
ήσασταν στεφανωμένοι
ήταν στεφανωμένοι
sg.θα έχω στεφανωθείθα έχω στεφανωθή (λόγ.)
θα έχεις στεφανωθείθα έχης στεφανωθή (λόγ.)
θα έχει στεφανωθείθα έχη στεφανωθή (λόγ.)
pl.θα έχουμε στεφανωθείθα έχωμεν στεφανωθή (λόγ.)
θα έχετε στεφανωθείθα έχετε στεφανωθή (λόγ.)
θα έχουν στεφανωθείθα έχουν στεφανωθή (λόγ.)
sg.θα είμαι στεφανωμένος
θα είσαι στεφανωμένος
θα είναι στεφανωμένος
pl.θα είμαστε στεφανωμένοι
θα είσαστε στεφανωμένοι
θα είναι στεφανωμένοι
sg.θα στεφανώνομαιθα στεφανώνωμαι (λόγ.)
θα στεφανώνεσαι
θα στεφανώνεται
pl.θα στεφανωνόμαστεθα στεφανωνώμεθα (λόγ.)
θα στεφανώνεστε
θα στεφανωνόσαστε (προφ.)
θα στεφανώνεσθε (λόγ.)
θα στεφανώνονταιθα στεφανώνωνται (λόγ.)
sg.θα στεφανωθώθα στεφανωθώ (λόγ.)
θα στεφανωθείςθα στεφανωθής (λόγ.)
θα στεφανωθείθα στεφανωθή (λόγ.)
pl.θα στεφανωθούμεθα στεφανωθώμεν (λόγ.)
θα στεφανωθείτεθα στεφανωθήτε (λόγ.)
θα στεφανωθούν
θα στεφανωθούνε (προφ.)
θα στεφανωθούν (λόγ.)
sg.να στεφανώνομαινα στεφανώνωμαι (λόγ.)
να στεφανώνεσαι
να στεφανώνεται
pl.να στεφανωνόμαστενα στεφανωνώμεθα (λόγ.)
να στεφανώνεστε
να στεφανωνόσαστε (προφ.)
να στεφανώνεσθε (λόγ.)
να στεφανώνονταινα στεφανώνωνται (λόγ.)
sg.να στεφανωθώνα στεφανωθώ (λόγ.)
να στεφανωθείςνα στεφανωθής (λόγ.)
να στεφανωθείνα στεφανωθή (λόγ.)
pl.να στεφανωθούμενα στεφανωθώμεν (λόγ.)
να στεφανωθείτενα στεφανωθήτε (λόγ.)
να στεφανωθούν
να στεφανωθούνε (προφ.)
να στεφανωθούν (λόγ.)
sg.να έχω στεφανωθείνα έχω στεφανωθή (λόγ.)
να έχεις στεφανωθείνα έχης στεφανωθή (λόγ.)
να έχει στεφανωθείνα έχη στεφανωθή (λόγ.)
pl.να έχουμε στεφανωθείνα έχωμεν στεφανωθή (λόγ.)
να έχετε στεφανωθείνα έχετε στεφανωθή (λόγ.)
να έχουν στεφανωθείνα έχουν στεφανωθή (λόγ.)
sg.να είμαι στεφανωμένος
να είσαι στεφανωμένος
να είναι στεφανωμένος
pl.να είμαστε στεφανωμένοι
να είσαστε στεφανωμένοι
να είναι στεφανωμένοι
sg.-
-
-
pl.-
στεφανώνεστεστεφανώνεσθε (λόγ.)
-
sg.-
-
-
pl.-
στεφανωθείτεστεφανωθήτε (λόγ.)
-
στεφανωθεί στεφανωθή (λόγ.)
sg.ο στεφανωθείς
του στεφανωθέντος
το στεφανωθέντα
στεφανωθείς
pl.οι στεφανωθέντες
των στεφανωθέντων
τους στεφανωθέντεςτους στεφανωθέντας (λόγ.)
στεφανωθέντες
sg.η στεφανωθείσα
της στεφανωθείσας
της στεφανωθείσης (κ. λόγ.)
τη στεφανωθείσατην στεφανωθείσαν (λόγ.)
στεφανωθείσα
pl.οι στεφανωθείσεςαι στεφανωθείσαι (λόγ.)
των στεφανωθεισών
τις στεφανωθείσεςτας στεφανωθείσας (λόγ.)
στεφανωθείσες στεφανωθείσαι (λόγ.)
sg.το στεφανωθέν
του στεφανωθέντος
το στεφανωθέν
στεφανωθέν
pl.τα στεφανωθέντα
των στεφανωθέντων
τα στεφανωθέντα
στεφανωθέντα
sg.ο στεφανωμένος
του στεφανωμένου
το στεφανωμένο
στεφανωμένε
pl.οι στεφανωμένοι
των στεφανωμένων
τους στεφανωμένους
στεφανωμένοι
sg.η στεφανωμένη
της στεφανωμένης
τη στεφανωμένη
στεφανωμένη
pl.οι στεφανωμένες
των στεφανωμένων
τις στεφανωμένες
στεφανωμένες
sg.το στεφανωμένο
του στεφανωμένου
το στεφανωμένο
στεφανωμένο
pl.τα στεφανωμένα
των στεφανωμένων
τα στεφανωμένα
στεφανωμένα




случайная выборка слов из базы

ταξιαρχία μιμητής καμαροφρύδης Αίγινα δημοκρατικά λιντσάρισμα αντίθεση εξάψαλμος καταδίωξη φυλακισμένος ελκυσμός αξιοκρατία περιέχω πουργκατόριο μελαγχολικά σορόπι αυτοκριτική τετραγώνισμα τσέπη πουρί στερεοποίηση μονομέρεια πολυαρθρίτιδα έκκληση μυξομάντιλο μύρισμα λαιμαριά νεόπλασμα ροφώντας συρτάκι ψυχογλωσσολογία λεφτουδάκια πούλμαν ταχτοποιώντας φαντασιοπληξία τυχεράκιας κενοτάφιο
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве