Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. σταβέντο
adv.
σταβέντο



случайная выборка слов из базы

διηθημένος καθολικό δυστυχισμένος πηγεμός τομογραφία βροχή μεδούλι πλοιάριο ακρώνυμο φρυγανιέρα πολυφωνία ξένος φαινότυπος ρόφημα κογκρέσο οχλοκρατία προλέγω φαρμακοτρίφτης κρύσταλλο θαυμάστρια λαδερός αϊτός ψωμόλυσσα ακαπλάντιστος οφθαλμοφανής μαντινάδα φαινομενικότητα αλουστράριστος φαίνομαι υπονόμευση κακοφορμισμένος εκατόλιτρο κάβα αλφαβητισμός αισθηματισμός ζωγράφος κοπιαστικά
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве