Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 5

1. σουβλί

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σουβλί σουβλιά
γενική σουβλιού σουβλιών
αιτιατική σουβλί σουβλιά
κλητική σουβλί σουβλιά




2. σουβλιά

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σουβλιά σουβλιές
γενική σουβλιάς σουβλιών
αιτιατική σουβλιά σουβλιές
κλητική σουβλιά σουβλιές




3. σουβλί
noun.
sg.το σουβλίτο σουβλίον (λόγ.)
του σουβλιούτου σουβλίου (λόγ.)
το σουβλίτο σουβλίον (λόγ.)
σουβλί σουβλίον (λόγ.)
pl.τα σουβλιάτα σουβλία (λόγ.)
των σουβλιώντων σουβλίων (λόγ.)
τα σουβλιάτα σουβλία (λόγ.)
σουβλιά σουβλία (λόγ.)



4. σουβλί
noun.
sg.το σουβλίτο σουβλίον (λόγ.)
του σουβλιούτου σουβλίου (λόγ.)
το σουβλίτο σουβλίον (λόγ.)
σουβλί σουβλίον (λόγ.)
pl.τα σουβλιάτα σουβλία (λόγ.)
των σουβλιώντων σουβλίων (λόγ.)
τα σουβλιάτα σουβλία (λόγ.)
σουβλιά σουβλία (λόγ.)



5. σουβλιά
noun.
sg.η σουβλιά
της σουβλιάς
τη σουβλιά
σουβλιά
pl.οι σουβλιές
των σουβλιών
τις σουβλιές
σουβλιές




случайная выборка слов из базы

νευρασθένεια φώνημα δαμασκηνής μερσί φλόγωση λουκουμάς προσάραξις φόρμα αξιοθαύμαστος περιτειχισμένος ταπώνω εξωγενής περιούσιος στεγνοκαθαριστήριο συνεπαγωγή ουλή ύδρευση επισκευαστικός λιμεναρχείο ζαλώνομαι εκφυλισμένος θεατρολογία περίπολο ποτισμένος φιλοδοξία φοιτώ αναμασώ βραχυκατάληκτος φωταγωγός εκατοντάς λαμπάδα σκεπαστός ντουμάνι αντιπροχθές αχειροτόνητος αναπλήρωση σαστιμάρα





















мастер на час минск, литовский словарь