Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. σατραπισμός

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σατραπισμός σατραπισμοί
γενική σατραπισμού σατραπισμών
αιτιατική σατραπισμό σατραπισμούς
κλητική σατραπισμέ σατραπισμοί




2. σατραπισμός
noun.
sg.ο σατραπισμός
του σατραπισμού
το σατραπισμότον σατραπισμόν (λόγ.)
σατραπισμέ
pl.οι σατραπισμοί
των σατραπισμών
τους σατραπισμούς
σατραπισμοί




случайная выборка слов из базы

μαγνητοσκοπώντας καναπές απόθεμα απλασία διαιτολόγος παραίτησις ροκάνι υπούργημα λαθούρι αζουρίτης λεπτομέρεια παρθένα κεμέρι μεροδούλι πριγκιπόπουλο προωθητής ρωγοβύζι ρήτορας αγωγιάτισσα μεταχείριση χείλι ασουλούπωτος μεσονύχτι συγκυβέρνηση συστηματικότητα φρεγάτα γεμιστήρα κακία κουτσοδόντα πρωτοβρόχια παπαφίγκος ισημερινός γκρουπ εργοδότισσα δροσολογώντας διαμαρτυρία μειονέκτημα
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве