Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. πρόβλημα

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρόβλημα προβλήματα
γενική προβλήματος προβλημάτων
αιτιατική πρόβλημα προβλήματα
κλητική πρόβλημα προβλήματα




2. πρόβλημα
noun.
sg.το πρόβλημα
του προβλήματος
το πρόβλημα
πρόβλημα
pl.τα προβλήματα
των προβλημάτων
τα προβλήματα
προβλήματα




случайная выборка слов из базы

κωλοδάχτυλο ουδαμώς σαδίστρια κατεργαράκος αισθητικός πεθυμιά λαργκέτο αμεταμέλητος Γεράσιμος μεσοχώρι νομάρχισσα διαφοροποιημένος αμπελόφυλλο ουδετερότης κακόκεφος σαθρότητα γλέντι συλλογικά χαντάκωμα χρηματοδότρια πικρίλα καντούνι ξηγημένος πριμαντόνα κυριλλικός αλγηδών μετωπικός στυφάδα κοτσίδα διασκευάστρια βαλλίστρα φαγωμός γυναικολογία σαμαροσκούτι αναρχοσυνδικαλισμός αορίστως ωοθυλάκιο
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве