Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. προσκομιδή

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προσκομιδή προσκομιδές
γενική προσκομιδής προσκομιδών
αιτιατική προσκομιδή προσκομιδές
κλητική προσκομιδή προσκομιδές




2. προσκομιδή
noun.
sg.η προσκομιδή
της προσκομιδής
την προσκομιδήτην προσκομιδήν (λόγ.)
προσκομιδή
pl.οι προσκομιδέςαι προσκομιδαί (λόγ.)
των προσκομιδών
τις προσκομιδέςτας προσκομιδάς (λόγ.)
προσκομιδές προσκομιδαί (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

βιβλιοφάγος Τουρκμενιστάν ενεχυρίασις επιστασία κοτυληδόνα επίτευγμα πούσι δημαγωγικά ρεμβάζω επιγραφή ξεπέζεμα σκουντώ αριστείον καπνοβιομηχανία ματεριαλίστρια κυκλωτικός εναργέστερα φατρία ψεύτικος εύρημα βιβλιοπαρουσίαση γελαστά εξοίδημα μετόπισθεν στηριγμένος ακλάδευτος ανθοκομείο αγκυροβολημένος αμερικανάκι απεργία μαγγανάριος ασφάλισις κικεϊμηλιά χειρουργική καπελίνα λευκοπλάστης διοικητήριο