Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. προξενητής

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προξενητής προξενητές
γενική προξενητή προξενητών
αιτιατική προξενητή προξενητές
κλητική προξενητή προξενητές




2. προξενητής
noun.
sg.ο προξενητής
του προξενητήτου προξενητού (λόγ.)
τον προξενητήτον προξενητήν (λόγ.)
προξενητή
pl.οι προξενητέςοι προξενηταί (λόγ.)
των προξενητών
τους προξενητέςτους προξενητάς (λόγ.)
προξενητές προξενηταί (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

πλύσιμο μποέμικα πόστο ειδωλολατρία γεροντολόγος πόθεν σουσαμάτος βυτίο νοικοκυρόσπιτο μαλαγάνα πεντακοσάευρο κεφτές κατάρρους Βίβλος αισθησιασμός Αμυγδαλιά κακούργημα σατράπισσα συνειρμός παλιοτόμαρο ακλήρωτος ζαχαρωμένος αντίδι αποτέτοιος τετηγμένος μεταφορά σακολέβα αιμοδότης χήρα τόπος γη απόστολος ροδόνερο μεροληψία απρακτώντας οικουμενικότητα υπέρυθρος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве