Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. πριονοκορδέλα

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πριονοκορδέλα πριονοκορδέλες
γενική πριονοκορδέλας πριονοκορδελών
αιτιατική πριονοκορδέλα πριονοκορδέλες
κλητική πριονοκορδέλα πριονοκορδέλες




2. πριονοκορδέλα
noun.
sg.η πριονοκορδέλα
της πριονοκορδέλας
την πριονοκορδέλα
πριονοκορδέλα
pl.οι πριονοκορδέλες
των πριονοκορδελών
τις πριονοκορδέλες
πριονοκορδέλες




случайная выборка слов из базы

περικαρδίτις λουκουμάκι πανηπειρωτικός μονόλοβος ρατσισμός ανθώδης κρύσταλλος τέλειωμα τυροφάγος τυφλωμένος παρατρεχάμενος εξαμηνία μαστροπεία οικοσημολογία κουτομόγιας διευκρίνιση ύπαιθρος μπουλούκι κοσμοκράτειρα παπαδοπαίδι σαλπιγκτής άλγεβρα νομοθέτηση τετρανύκτιος εντροπία δημόσιο Λιβάδια προπέλα Λέτσε ερμιά συγκινημένος τσαγκαροδευτέρα συλλαβογραφία ρατσιστής αρμπαρόριζα αεροδιάδρομος αποποινικοποίηση
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве