Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. ποσολογία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ποσολογία ποσολογίες
γενική ποσολογίας ποσολογιών
αιτιατική ποσολογία ποσολογίες
κλητική ποσολογία ποσολογίες




2. ποσολογία
noun.
sg.η ποσολογία
της ποσολογίας
την ποσολογίατην ποσολογίαν (λόγ.)
ποσολογία
pl.οι ποσολογίεςαι ποσολογίαι (λόγ.)
των ποσολογιών
τις ποσολογίεςτας ποσολογίας (λόγ.)
ποσολογίες ποσολογίαι (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

αυτεπιστασία τελετουργία φασματογράφος χαμόμηλο μπάφιασμα μπουκάρισμα πισινός ζενιθικός δικαιολογημένος θεσμός φιγούρα πληθώρα εντολοδότης πρωτοτυπία μαόνι νήπιο καΐλα εφταμηνίτικος λιβανισμένος παιδιόθεν φιλοχρηματία τσούγκρισμα Χρύσανθος ρούπι νερόκρινο αναρρωτήριον τριβέλι χρηστικότητα αρχιτέκτονας βιβλιοδετείο αφομοιωτικός θυελλωδώς μονόζυγο νιχιλιστής ρεζεντά σφυροδρέπανο πεζικάριος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве