Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. ποζιτιβιστής

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ποζιτιβιστής ποζιτιβιστές
γενική ποζιτιβιστή ποζιτιβιστών
αιτιατική ποζιτιβιστή ποζιτιβιστές
κλητική ποζιτιβιστή ποζιτιβιστές




2. ποζιτιβιστής
noun.
sg.ο ποζιτιβιστής
του ποζιτιβιστήτου ποζιτιβιστού (λόγ.)
τον ποζιτιβιστήτον ποζιτιβιστήν (λόγ.)
ποζιτιβιστή
pl.οι ποζιτιβιστέςοι ποζιτιβισταί (λόγ.)
των ποζιτιβιστών
τους ποζιτιβιστέςτους ποζιτιβιστάς (λόγ.)
ποζιτιβιστές ποζιτιβισταί (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

ισχυρός μουντζώνω μελισσοφάγος κρυφά σταθμευμένος πταίσμα φάλτσο σφυράκι παγώνω ζιγκολό αγελαδινός ποζιτιβισμός σκάνταλο ρόδο υπεραπλουστεύω τρίβω διέξοδος καψώνι στερέωσις προειδοποίηση ασαφής λαμπιόνι παράγραφος τείχιση σένιος παντζάρι τερατομορφία ποιμαίνω κακογράφος βλεννολυτικός νεοφώτιστος ξαμολιέμαι φιστίκι παρωτίδα αναγεννητικός ιπποφορβείο λύμα