Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. πλιο
adv.
πλιο



случайная выборка слов из базы

κοτόπουλο φρεσκάρισμα τραυλότητα πρακτόρευσις σχολικός αιμοκάθαρσις κατηφόρισμα όποιος ελαιοχρωματισμός βεργάδι μινουέτο ρε ψυχοβγάλτης επισκευαστής Αιγινήτης γατί παρωτίδα ξεκλήρισμα φοροεπιδρομή φράγμα παραμελημένος νουμηνία διβουλία κατασπατάληση ακριβοθυγατέρα ξαδερφούλης αναβολέας τρικλοποδιά σαρκικά τσανακογλείφτης υπερτονία ομοσπονδία ξάπλα έμφυλος φαστφουντάδικο έντερο πλησμονή
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве