Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. πλακόστρωση
noun.
sg.η πλακόστρωσηη πλακόστρωσις (λόγ.)
της πλακοστρώσεως / πλακόστρωσης
την πλακόστρωσητην πλακόστρωσιν (λόγ.)
πλακόστρωση πλακόστρωσι / πλακόστρωσις (λόγ.)
pl.οι πλακοστρώσεις
των πλακοστρώσεων
τις πλακοστρώσεις
πλακοστρώσεις



2. πλακόστρωσις
noun.
sg.η πλακόστρωσηη πλακόστρωσις (λόγ.)
της πλακοστρώσεως / πλακόστρωσης
την πλακόστρωσητην πλακόστρωσιν (λόγ.)
πλακόστρωση πλακόστρωσι / πλακόστρωσις (λόγ.)
pl.οι πλακοστρώσεις
των πλακοστρώσεων
τις πλακοστρώσεις
πλακοστρώσεις




случайная выборка слов из базы