Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 3

1. περιστέρα

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική περιστέρα περιστέρες
γενική περιστέρας (περιστερών)
αιτιατική περιστέρα περιστέρες
κλητική περιστέρα περιστέρες




2. περιστέρα
noun.
sg.η περιστέρα
της περιστέρας
την περιστέρα
περιστέρα
pl.οι περιστέρες
των περιστερών
τις περιστέρες
περιστέρες



3. Περιστερά
noun.
sg.η περιστερά
της περιστεράς
την περιστεράτην περιστεράν (λόγ.)
περιστερά
pl.οι περιστερέςαι περιστεραί (λόγ.)
των περιστερών
τις περιστερέςτας περιστεράς (λόγ.)
περιστερές περιστεραί (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

αρμόνιον κασιώτικος αβγίλα ανασκάπτω μουριά συμπαραστάτης διαμελισμός αμυλόκολλα ορισμός υπερρεαλισμός βολιδοσκοπημένος δισέγγονος πολιορκητής εορτολόγιο καροτσιέρης πουρός έκλυση χέσιμο πυρήν αγγειοσκόπιο αγκομάχημα σχεδιαστήριο μεταλλουργός τιτανομαχία χαραγματιά Χαιρώνεια μεταρρυθμίστρια ρέκορντμαν Αγόρης ερμητικότης θυρωρείο ξεκομμένα απριλιανός χρηματοδότρια χαλυβουργία ανελκυστήρ αμορφία
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве