Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. περίπτερος
adj.

Το επίθετο περίπτερος
   θετικόςσυγκριτικόςυπερθετικός
Α
ρ
σ.
περίπτερος
περίπτερου/περιπτέρου
περίπτερο/περίπτερον
περίπτερε
περίπτεροι
περίπτερων/περιπτέρων
περίπτερους/περιπτέρους
περίπτεροι
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
Θ
η
λ.
περίπτερη/περίπτερος
περίπτερης/περιπτέρου
περίπτερη/περίπτερον
περίπτερη/περίπτερε
περίπτερες/περίπτεροι
περίπτερων/περιπτέρων
περίπτερες/περιπτέρους
περίπτερες/περίπτεροι
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
Ο
υ
δ.
περίπτερο/περίπτερον
περίπτερου/περιπτέρου
περίπτερο/περίπτερον
περίπτερο/περίπτερον
περίπτερα
περίπτερων/περιπτέρων
περίπτερα
περίπτερα
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-




случайная выборка слов из базы

ξυλόφωνο μισθοδοτούμαι κυβερνησιμότητα αναλογικός κατακυρώνω φιορίνι τζοβαΐρι αξεκόλλητος ακουστά στιγμιότυπο χυτοσίδηρος ρομάντζο ερμητισμός κατακοκκινίζω αιτιαρχία γρύπας ηλεκτρονικά ηλιθιότητα χειροτέχνημα ασύνδετος ενδιαίτημα βελανιδιά τσίνορα τρισδιάστατος απομεσήμερα ρεμεντζάρισμα λάκα βουτυριέρα θρήσκευμα αυλακώνω ρετάλι προσωρινότης χασές χαρτοκλέφτης σπανάκι βαλσάμωση ασπρουλιάρης