Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. πεζικάριος

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πεζικάριος πεζικάριοι
γενική πεζικάριου πεζικάριων
αιτιατική πεζικάριο πεζικάριους
κλητική πεζικάριε πεζικάριοι




2. πεζικάριος
noun.
sg.ο πεζικάριος
του πεζικάριου
τον πεζικάριο
πεζικάριε
pl.οι πεζικάριοι
των πεζικάριων
τους πεζικάριους
πεζικάριοι




случайная выборка слов из базы

απογαλακτισμός σκορπώντας στέριωμα μαγιάτικο μπαμπέσης παστίτσιο αγνωσιαρχία φουρκισμένος κελάρυσμα απόφθεγμα βραχονησίς αμεσότητα εκκοκκισμός σωληνάριο Σταυρός ασκορδουλακοσαλάτα παρασόκακο ευπείθεια βλίτο ζεβζέκης λαχείο ανατοποθετημένος στυμμένος καρκινοβασία εγχείριση γεωλογία κοτσίδα προειδοποίηση μαντίλα εξωλέμβιος Κοράνι βελόνα πάλα φαυλοκρατία γκαζόζα πριονοταινία ξύσιμο
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве