Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. παρηγορήτρια

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παρηγορήτρια παρηγορήτριες
γενική παρηγορήτριας παρηγορητριών
αιτιατική παρηγορήτρια παρηγορήτριες
κλητική παρηγορήτρια παρηγορήτριες




2. παρηγορήτρια
noun.
sg.η παρηγορήτρα / παρηγορήτρια
της παρηγορήτρας / παρηγορήτριαςτης παρηγορητρίας (λόγ.)
την παρηγορήτρα / παρηγορήτριατην παρηγορήτριαν (λόγ.)
παρηγορήτρα / παρηγορήτρια
pl.οι παρηγορήτρες / παρηγορήτριεςαι παρηγορήτριαι (λόγ.)
των παρηγορητριών / παρηγορητρών
τις παρηγορήτρες / παρηγορήτριεςτας παρηγορητρίας (λόγ.)
παρηγορήτρες / παρηγορήτριες παρηγορήτριαι (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

εξώγαμος ισορροπώντας μαντίλι υπάρχω αλώνι ημιφορτηγό Χρύσανθος συκόφυλλο δίριχτος κυματισμός ακρώρεια εξονύχισις παρτίδες νεράντζι Καζάρμα αλαγάριστος πρεσβύτης αφαίρεση βρομόλογο εκτυπωτής φουρνάρικο φίρμα ακαής παλαιστής στέγαστρο υποτονία σκελίδα κοινοπραξία ακάθαρτος αμπερομετρικός φυγομαχία εκτοξευτήρας επαυξημένος όποτε γελοιογράφος οπτιμίστρια μαοϊστής
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве