Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. παρεμβατισμός

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παρεμβατισμός παρεμβατισμοί
γενική παρεμβατισμού παρεμβατισμών
αιτιατική παρεμβατισμό παρεμβατισμούς
κλητική παρεμβατισμέ παρεμβατισμοί




2. παρεμβατισμός
noun.
sg.ο παρεμβατισμός
του παρεμβατισμού
τον παρεμβατισμότον παρεμβατισμόν (λόγ.)
παρεμβατισμέ
pl.οι παρεμβατισμοί
των παρεμβατισμών
τους παρεμβατισμούς
παρεμβατισμοί




случайная выборка слов из базы

διαπνοή κενότητα εγχείρημα ανισότητα μελλόνυμφος Σπαρτιάτισσα τετρανιτρομεθυλανιλίνη κλίνη μεταλλογραφία δυσαρέστησις τριγωνάκι κουκούλα αβανγκάρντ Σώζων αδελφοποιία μπορντέλο περικνημίδα ξεφορτωμένος γιδόστρατα τουρβάς ακίδα ετερομορφισμός ιουνιανός παραγωγός κονκάρδα αποσχηματισμός δίδακτρα ισοδυναμία αντικοινωνικά μούργος πρασιά πληροφοριοδότρια φωτοφοβία σαπωνοποιώντας ξενομανία υπόγειο μετεωρόλιθος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве