Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. παραγωγός

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παραγωγός παραγωγοί
γενική παραγωγού παραγωγών
αιτιατική παραγωγό παραγωγούς
κλητική παραγωγέ παραγωγοί




2. παράγωγος
adj.

Το επίθετο παράγωγος
   θετικόςσυγκριτικόςυπερθετικός
Α
ρ
σ.
παράγωγος
παράγωγου/παραγώγου
παράγωγο/παράγωγον
παράγωγε
παράγωγοι
παράγωγων/παραγώγων
παράγωγους/παραγώγους
παράγωγοι
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
Θ
η
λ.
παράγωγη/παράγωγος
παράγωγης/παραγώγου
παράγωγη/παράγωγον
παράγωγη/παράγωγε
παράγωγες/παράγωγοι
παράγωγων/παραγώγων
παράγωγες/παραγώγους
παράγωγες/παράγωγοι
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
Ο
υ
δ.
παράγωγο/παράγωγον
παράγωγου/παραγώγου
παράγωγο/παράγωγον
παράγωγο/παράγωγον
παράγωγα
παράγωγων/παραγώγων
παράγωγα
παράγωγα
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-




случайная выборка слов из базы

αγαποβότανο αερικό περιφέρεια παλιός στρατοκόπος φράσσω αλίμονο πρόξενος γδύνω κατοπινός αρχοντοπούλα γενικόλογος φυσιογνωμικός αναγάλλια οξυγονούχος διδάσκω πρίζα φαρισαϊσμός μεστός αλαφρωμένος φωτόλουτρο νορβηγικός ιμπεριαλιστικός δυσφαγία λύγινος ποτάμι ρέμπελος λωτός καρμιριά μαθεύομαι αργυρά μεσοσπονδύλιος καμικάζι βαρβατίλα Γρηγόρης πετοσφαίριση δαμάλι