Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. παπλωματάς

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παπλωματάς παπλωματάδες
γενική παπλωματά παπλωματάδων
αιτιατική παπλωματά παπλωματάδες
κλητική παπλωματά παπλωματάδες




2. παπλωματάς
noun.
sg.ο παπλωματάς
του παπλωματά
τον παπλωματά
παπλωματά
pl.οι παπλωματάδες
των παπλωματάδων
τους παπλωματάδες
παπλωματάδες




случайная выборка слов из базы

υπονομευτικά μηχανοτεχνίτης αντιπερισπασμός όσος φύσει σκάμμα παραγκώνιση ψυχοπαίδα σειρήνα υποσκελισμός λιναρόσπορος τσαγκάρικο φωστήρας μακελάρισσα ρεγάλο ανθυπολοχαγός Ασπίς αλληλούια παρακαμπτήριος μονοϋβριδικός συναινετικά καλλιέργεια Χαρτούμ ροζάριο χαρτζιλίκωμα φατριασμός αγγειόσπερμα αρνήτρια ευρωδολάριο σωφρονισμός αλευροβιομηχανία βελονάκι ξεφουσκωμένος φυσιοπαθολογία επεξεργασία προσωποποίηση μικρομάγαζο
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве