Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. πανστρατιά

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πανστρατιά πανστρατιές
γενική πανστρατιάς πανστρατιών
αιτιατική πανστρατιά πανστρατιές
κλητική πανστρατιά πανστρατιές




2. πανστρατιά
noun.
sg.η πανστρατιά
της πανστρατιάς
την πανστρατιάτην πανστρατιάν (λόγ.)
πανστρατιά
pl.οι πανστρατιέςαι πανστρατιαί (λόγ.)
των πανστρατιών
τις πανστρατιέςτας πανστρατιάς (λόγ.)
πανστρατιές πανστρατιαί (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

ηλεκτροεγκεφαλογράφος δένομαι άπειρο δίχρωμος μονομάχος αναλυτός ρύπος προκαταβολικός διαιτητική προφανής ραπανάκι μετακόμιση παρακόρη στραβοκοιτάζω ζερβοκουτάλας βίτσιο κατόρθωμα σκεπάζομαι τριγύρισμα κετιμίνη κόρη ανθοβόληση βιολοντσελίστας κακοσυνηθίζω μπινελίκι έκζεμα παραθετικά εκδίκαση ζεβζέκης ψυχισμός κεντημένος βουητό πιλοτή συμπιεστότητα επίδεση Μαρίνα αμμωνιακός