Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. παιδεραστής

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παιδεραστής παιδεραστές
γενική παιδεραστή παιδεραστών
αιτιατική παιδεραστή παιδεραστές
κλητική παιδεραστή παιδεραστές




2. παιδεραστής
noun.
sg.ο παιδεραστής
του παιδεραστήτου παιδεραστού (λόγ.)
τον παιδεραστήτον παιδεραστήν (λόγ.)
παιδεραστή
pl.οι παιδεραστέςοι παιδερασταί (λόγ.)
των παιδεραστών
τους παιδεραστέςτους παιδεραστάς (λόγ.)
παιδεραστές παιδερασταί (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

μαντρί απολωλώς διμηνία στατική λύτρωσις συγχωνευμένος Γερμανία ψύλλιασμα καλώδιο πλοηγός εκσπερμάτιση κωδωνοστάσιο υφηγητής λαπαροτομία λοιμοκαθαρτήριο καταπτόησις μαγειρίτσα γαστρεντερολογία αιδημοσύνη προϋπηρεσία πατριωτάκι σχεδιαστής διευθετημένος φυσιολάτρις σταχυολογημένος Σινά προικιό ταχίνι άρμενο δικαιωμένος παρατιμονιά νεκροκρέβατο Υμηττός αφέσιμος γκιόνης δισκοπρίονο υπερπλήρης
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве