Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. οσάκις
adv.
οσάκις



случайная выборка слов из базы

μεθόριος απαρέσκεια πολυτεκνία πλούσιος μπαλταδιά ασαφώς γαλακτώδης υγραντήρας θυσία νιγηριανός κουμπούρας τριανταφυλλιά ισοψηφία πλαγιοδρομία ελευθεροκοινωνώντας ανήσυχα μίτος τυμπανιστής Δωδεκάνησα ελεγκτής διάλυμα κορόιδο νεροχελώνα διπλωμάτης αποθρασυμένος τόξο αχυρώνα ομφαλός υδρολισθητήρας πυρπολητής αφοδευτήριο κοχλιάριο παραίτησις ντεμπραγιάζ δέηση εξωφρενισμός πυροδιάσπασις
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве