Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. οσάκις
adv.
οσάκις



случайная выборка слов из базы

αοιδός ένστικτο πλατίνα πασπάλη φορμαρισμένος τετράγωνο κατάστρωση μικροζημιά χειροθεσία φαταλίστρια Ρήγας πεσιμιστής υπομνηματισμός γλυκογόνο σκαμμένος προνοώντας καλοσύνη καμπουριασμένος τετραφθοροτελλούριο πολυβόλον σκοπεύτρια ευρυμάθεια μορτάκι ομοιοκαταληξία μονώνυμο αλά συμμόρφωσις αρτιότητα κλεφταράς ανασφάλεια περιηγητισμός επιτυχής κοίταγμα μεσουράνηση γλωσσοδέτης κερήθρα μπεκρού
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве