Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. ονομασμένος

sg.ονομάζω
ονομάζεις
ονομάζει
pl.ονομάζομε / ονομάζουμεονομάζομεν (λόγ.)
ονομάζετε
ονομάζουν
ονομάζουνε (προφ.)
sg.ονόμαζαωνόμαζον (λόγ.)
ονόμαζεςωνόμαζες (λόγ.)
ονόμαζεωνόμαζε (λόγ.)
pl.ονομάζαμεωνομάζομεν (λόγ.)
ονομάζατεωνομάζετε (λόγ.)
ονόμαζαν
ονομάζαν / ονομάζανε (προφ.)
ωνόμαζον (λόγ.)
sg.ονόμασαωνόμασα (λόγ.)
ονόμασεςωνόμασας (λόγ.)
ονόμασεωνόμασε (λόγ.)
pl.ονομάσαμεωνομάσαμεν (λόγ.)
ονομάσατεωνομάσατε (λόγ.)
ονόμασαν
ονομάσαν / ονομάσανε (προφ.)
ωνόμασαν (λόγ.)
sg.έχω ονομάσει
έχεις ονομάσει
έχει ονομάσει
pl.έχουμε ονομάσει
έχετε ονομάσει
έχουν ονομάσει
sg.είχα ονομάσει
είχες ονομάσει
είχε ονομάσει
pl.είχαμε ονομάσει
είχατε ονομάσει
είχαν ονομάσει
sg.θα έχω ονομάσει
θα έχεις ονομάσει
θα έχει ονομάσει
pl.θα έχουμε ονομάσει
θα έχετε ονομάσει
θα έχουν ονομάσει
sg.θα ονομάζω
θα ονομάζειςθα ονομάζης (λόγ.)
θα ονομάζειθα ονομάζη (λόγ.)
pl.θα ονομάζομε / θα ονομάζουμεθα ονομάζωμεν (λόγ.)
θα ονομάζετε
θα ονομάζουν
θα ονομάζουνε (προφ.)
sg.θα ονομάσω
θα ονομάσειςθα ονομάσης (λόγ.)
θα ονομάσειθα ονομάση (λόγ.)
pl.θα ονομάσομε / θα ονομάσουμεθα ονομάσωμεν (λόγ.)
θα ονομάσετε
θα ονομάσουν
θα ονομάσουνε (προφ.)
sg.να ονομάζω
να ονομάζειςνα ονομάζης (λόγ.)
να ονομάζεινα ονομάζη (λόγ.)
pl.να ονομάζομε / να ονομάζουμενα ονομάζωμεν (λόγ.)
να ονομάζετε
να ονομάζουν
να ονομάζουνε (προφ.)
sg.να ονομάσω
να ονομάσειςνα ονομάσης (λόγ.)
να ονομάσεινα ονομάση (λόγ.)
pl.να ονομάσομε / να ονομάσουμενα ονομάσωμεν (λόγ.)
να ονομάσετε
να ονομάσουν
να ονομάσουνε (προφ.)
sg.να έχω ονομάσει
να έχεις ονομάσει
να έχει ονομάσει
pl.να έχουμε ονομάσει
να έχετε ονομάσει
να έχουν ονομάσει
sg.-
ονόμαζε
-
pl.-
ονομάζετε
-
sg.-
ονόμασε
-
pl.-
ονομάστεονομάσατε (λόγ.)
-
ονομάσει
ονομάζοντας
sg.ο ονομάζων
του ονομάζοντος
τον ονομάζοντα
ονομάζων
pl.οι ονομάζοντες
των ονομαζόντων
τους ονομάζοντεςτους ονομάζοντας (λόγ.)
ονομάζοντες
sg.η ονομάζουσα
της ονομάζουσας
της ονομαζούσης (κ. λόγ.)
την ονομάζουσατην ονομάζουσαν (λόγ.)
ονομάζουσα
pl.οι ονομάζουσεςαι ονομάζουσαι (λόγ.)
των ονομαζουσών
τις ονομάζουσεςτας ονομαζούσας (λόγ.)
ονομάζουσες ονομάζουσαι (λόγ.)
sg.το ονομάζον
του ονομάζοντος
το ονομάζον
ονομάζον
pl.τα ονομάζοντα
των ονομαζόντων
τα ονομάζοντα
ονομάζοντα
sg.ο ονομάσας
του ονομάσαντος
τον ονομάσαντα
ονομάσας
pl.οι ονομάσαντες
των ονομασάντων
τους ονομάσαντεςτους ονομάσαντας (λόγ.)
ονομάσαντες
sg.η ονομάσασα
της ονομάσασας
της ονομασάσης (κ. λόγ.)
την ονομάσασατην ονομάσασαν (λόγ.)
ονομάσασα
pl.οι ονομάσασεςαι ονομάσασαι (λόγ.)
των ονομασασών
τις ονομάσασεςτας ονομασάσας (λόγ.)
ονομάσασες ονομάσασαι (λόγ.)
sg.το ονομάσαν
του ονομάσαντος
το ονομάσαν
ονομάσαν
pl.τα ονομάσαντα
των ονομασάντων
τα ονομάσαντα
ονομάσαντα
sg.ονομάζομαι
ονομάζεσαι
ονομάζεται
pl.ονομαζόμαστεονομαζόμεθα (λόγ.)
ονομάζεστε
ονομαζόσαστε (προφ.)
ονομάζεσθε (λόγ.)
ονομάζονται
sg.ονομαζόμουν
ονομαζόμουνα (προφ.)
ωνομαζόμην (λόγ.)
ονομαζόσουν
ονομαζόσουνα (προφ.)
ωνομάζεσο (λόγ.)
ονομαζόταν
ονομάζετο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
ονομαζότανε (προφ.)
ωνομάζετο (λόγ.)
pl.ονομαζόμαστε
ονομαζόμασταν (προφ.)
ωνομαζόμεθα (λόγ.)
ονομαζόσαστε
ονομαζόσασταν (προφ.)
ωνομάζεσθε (λόγ.)
ονομάζονταν
ονομάζοντο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
ονομαζόντανε / ονομαζόντουσαν (προφ.)
ωνομάζοντο (λόγ.)
sg.ονομάστηκαωνομάσθην (λόγ.)
ονομάσθηκα (λόγ. χαρακτ.)
ονομάστηκεςωνομάσθης (λόγ.)
ονομάσθηκες (λόγ. χαρακτ.)
ονομάστηκε
ονομάσθη (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
ωνομάσθη (λόγ.)
ονομάσθηκε (λόγ. χαρακτ.)
pl.ονομαστήκαμεωνομάσθημεν (λόγ.)
ονομασθήκαμε (λόγ. χαρακτ.)
ονομαστήκατεωνομάσθητε (λόγ.)
ονομασθήκατε (λόγ. χαρακτ.)
ονομάστηκαν
ονομάσθησαν (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
ονομαστήκαν / ονομαστήκανε (προφ.)
ωνομάσθησαν (λόγ.)
ονομάσθηκαν (λόγ. χαρακτ.)
sg.έχω ονομαστείέχω ονομασθή (λόγ.)
έχω ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
έχεις ονομαστείέχεις ονομασθή (λόγ.)
έχεις ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
έχει ονομαστείέχει ονομασθή (λόγ.)
έχει ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
pl.έχουμε ονομαστείέχουμε ονομασθή (λόγ.)
έχουμε ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
έχετε ονομαστείέχετε ονομασθή (λόγ.)
έχετε ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
έχουν ονομαστείέχουν ονομασθή (λόγ.)
έχουν ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
sg.είμαι ονομασμένος
είσαι ονομασμένος
είναι ονομασμένος
pl.είμαστε ονομασμένοι
είσαστε ονομασμένοι
είναι ονομασμένοι
sg.είχα ονομαστείείχα ονομασθή (λόγ.)
είχα ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
είχες ονομαστείείχες ονομασθή (λόγ.)
είχες ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
είχε ονομαστείείχε ονομασθή (λόγ.)
είχε ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
pl.είχαμε ονομαστείείχαμε ονομασθή (λόγ.)
είχαμε ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
είχατε ονομαστείείχατε ονομασθή (λόγ.)
είχατε ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
είχαν ονομαστείείχαν ονομασθή (λόγ.)
είχαν ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
sg.ήμουν ονομασμένος
ήσουν ονομασμένος
ήταν ονομασμένος
pl.ήμασταν ονομασμένοι
ήσασταν ονομασμένοι
ήταν ονομασμένοι
sg.θα έχω ονομαστείθα έχω ονομασθή (λόγ.)
θα έχω ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
θα έχεις ονομαστείθα έχης ονομασθή (λόγ.)
θα έχεις ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
θα έχει ονομαστείθα έχη ονομασθή (λόγ.)
θα έχει ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
pl.θα έχουμε ονομαστείθα έχωμεν ονομασθή (λόγ.)
θα έχουμε ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
θα έχετε ονομαστείθα έχετε ονομασθή (λόγ.)
θα έχετε ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
θα έχουν ονομαστείθα έχουν ονομασθή (λόγ.)
θα έχουν ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
sg.θα είμαι ονομασμένος
θα είσαι ονομασμένος
θα είναι ονομασμένος
pl.θα είμαστε ονομασμένοι
θα είσαστε ονομασμένοι
θα είναι ονομασμένοι
sg.θα ονομάζομαιθα ονομάζωμαι (λόγ.)
θα ονομάζεσαι
θα ονομάζεται
pl.θα ονομαζόμαστεθα ονομαζώμεθα (λόγ.)
θα ονομάζεστε
θα ονομαζόσαστε (προφ.)
θα ονομάζεσθε (λόγ.)
θα ονομάζονταιθα ονομάζωνται (λόγ.)
sg.θα ονομαστώθα ονομασθώ (λόγ.)
θα ονομασθώ (λόγ. χαρακτ.)
θα ονομαστείςθα ονομασθής (λόγ.)
θα ονομασθείς (λόγ. χαρακτ.)
θα ονομαστείθα ονομασθή (λόγ.)
θα ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
pl.θα ονομαστούμεθα ονομασθώμεν (λόγ.)
θα ονομασθούμε (λόγ. χαρακτ.)
θα ονομαστείτεθα ονομασθήτε (λόγ.)
θα ονομασθείτε (λόγ. χαρακτ.)
θα ονομαστούν
θα ονομαστούνε (προφ.)
θα ονομασθούν (λόγ.)
θα ονομασθούν (λόγ. χαρακτ.)
sg.να ονομάζομαινα ονομάζωμαι (λόγ.)
να ονομάζεσαι
να ονομάζεται
pl.να ονομαζόμαστενα ονομαζώμεθα (λόγ.)
να ονομάζεστε
να ονομαζόσαστε (προφ.)
να ονομάζεσθε (λόγ.)
να ονομάζονταινα ονομάζωνται (λόγ.)
sg.να ονομαστώνα ονομασθώ (λόγ.)
να ονομασθώ (λόγ. χαρακτ.)
να ονομαστείςνα ονομασθής (λόγ.)
να ονομασθείς (λόγ. χαρακτ.)
να ονομαστείνα ονομασθή (λόγ.)
να ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
pl.να ονομαστούμενα ονομασθώμεν (λόγ.)
να ονομασθούμε (λόγ. χαρακτ.)
να ονομαστείτενα ονομασθήτε (λόγ.)
να ονομασθείτε (λόγ. χαρακτ.)
να ονομαστούν
να ονομαστούνε (προφ.)
να ονομασθούν (λόγ.)
να ονομασθούν (λόγ. χαρακτ.)
sg.να έχω ονομαστείνα έχω ονομασθή (λόγ.)
να έχω ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
να έχεις ονομαστείνα έχης ονομασθή (λόγ.)
να έχεις ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
να έχει ονομαστείνα έχη ονομασθή (λόγ.)
να έχει ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
pl.να έχουμε ονομαστείνα έχωμεν ονομασθή (λόγ.)
να έχουμε ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
να έχετε ονομαστείνα έχετε ονομασθή (λόγ.)
να έχετε ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
να έχουν ονομαστείνα έχουν ονομασθή (λόγ.)
να έχουν ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
sg.να είμαι ονομασμένος
να είσαι ονομασμένος
να είναι ονομασμένος
pl.να είμαστε ονομασμένοι
να είσαστε ονομασμένοι
να είναι ονομασμένοι
sg.-
-
-
pl.-
ονομάζεστεονομάζεσθε (λόγ.)
-
sg.-
ονομάσου
-
pl.-
ονομαστείτεονομασθήτε (λόγ.)
ονομασθείτε (λόγ. χαρακτ.)
-
ονομαστεί ονομασθή (λόγ.)
ονομασθεί (λόγ. χαρακτ.)
sg.ο ονομαζόμενος
του ονομαζόμενουτου ονομαζομένου (λόγ.)
τον ονομαζόμενοτον ονομαζόμενον (λόγ.)
ονομαζόμενε
pl.οι ονομαζόμενοι
των ονομαζόμενωντων ονομαζομένων (λόγ.)
τους ονομαζόμενουςτους ονομαζομένους (λόγ.)
ονομαζόμενοι
sg.η ονομαζόμενηη ονομαζομένη (λόγ.)
της ονομαζόμενηςτης ονομαζομένης (λόγ.)
την ονομαζόμενητην ονομαζομένη (λόγ.)
την ονομαζομένην (λογιότ.)
ονομαζόμενη ονομαζομένη (λόγ.)
pl.οι ονομαζόμενεςαι ονομαζόμεναι (λόγ.)
των ονομαζόμενωντων ονομαζομένων (λόγ.)
τις ονομαζόμενεςτας ονομαζομένας (λόγ.)
ονομαζόμενες ονομαζόμεναι (λόγ.)
sg.το ονομαζόμενοτο ονομαζόμενον (λόγ.)
του ονομαζόμενουτου ονομαζομένου (λόγ.)
το ονομαζόμενοτο ονομαζόμενον (λόγ.)
ονομαζόμενο ονομαζόμενον (λόγ.)
pl.τα ονομαζόμενα
των ονομαζόμενωντων ονομαζομένων (λόγ.)
τα ονομαζόμενα
ονομαζόμενα
sg.ο ονομασθείς
του ονομασθέντος
τον ονομασθέντα
ονομασθείς
pl.οι ονομασθέντες
των ονομασθέντων
τους ονομασθέντεςτους ονομασθέντας (λόγ.)
ονομασθέντες
sg.η ονομασθείσα
της ονομασθείσας
της ονομασθείσης (κ. λόγ.)
την ονομασθείσατην ονομασθείσαν (λόγ.)
ονομασθείσα
pl.οι ονομασθείσεςαι ονομασθείσαι (λόγ.)
των ονομασθεισών
τις ονομασθείσεςτας ονομασθείσας (λόγ.)
ονομασθείσες ονομασθείσαι (λόγ.)
sg.το ονομασθέν
του ονομασθέντος
το ονομασθέν
ονομασθέν
pl.τα ονομασθέντα
των ονομασθέντων
τα ονομασθέντα
ονομασθέντα
sg.ο ονομασμένος
του ονομασμένου
τον ονομασμένο
ονομασμένε
pl.οι ονομασμένοι
των ονομασμένων
τους ονομασμένους
ονομασμένοι
sg.η ονομασμένη
της ονομασμένης
την ονομασμένη
ονομασμένη
pl.οι ονομασμένες
των ονομασμένων
τις ονομασμένες
ονομασμένες
sg.το ονομασμένο
του ονομασμένου
το ονομασμένο
ονομασμένο
pl.τα ονομασμένα
των ονομασμένων
τα ονομασμένα
ονομασμένα




случайная выборка слов из базы

υγρασία ξεσκισμένη αντιπρύτανης υποδηματοποιός ακατάγγελτος στύψη σύγκορμα ονειροφαντασιά Πέρσης σχωρεμένος μονότοξος οπάλιο προμηθευμένος μελισσοφάγος ποδοσφαιρίστρια Ίκαρος πρόσχωμα αντισημίτης αστειευόμενος εγκλιτικό αριστερόθεν άλφα ξεφλούδισμα πρωτόγονα καπνισμένος αμπάρα αναπλειστηριασμός σωτήρας πιστοποίηση πανέρμος αφαιρεμένος ευτέλεια συντρίβω συμπόσιο εμπειρισμός αργαλειός φίμωτρο
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве