Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. ομιλώντας

sg.ομιλώ
ομιλείς
ομιλεί
pl.ομιλούμεομιλούμεν (λόγ.)
ομιλείτε
ομιλούν
ομιλούνε (προφ.)
sg.ομιλούσαωμίλουν (λόγ.)
ομιλούσεςωμίλεις (λόγ.)
ομιλούσεωμίλει (λόγ.)
pl.ομιλούσαμεωμιλούμεν (λόγ.)
ομιλούσατεωμιλείτε (λόγ.)
ομιλούσαν
ομιλούσανε (προφ.)
ωμίλουν (λόγ.)
sg.ομίλησαωμίλησα (λόγ.)
ομίλησεςωμίλησας (λόγ.)
ομίλησεωμίλησε (λόγ.)
pl.ομιλήσαμεωμιλήσαμεν (λόγ.)
ομιλήσατεωμιλήσατε (λόγ.)
ομίλησαν
ομιλήσαν / ομιλήσανε (προφ.)
ωμίλησαν (λόγ.)
sg.έχω ομιλήσει
έχεις ομιλήσει
έχει ομιλήσει
pl.έχουμε ομιλήσει
έχετε ομιλήσει
έχουν ομιλήσει
sg.είχα ομιλήσει
είχες ομιλήσει
είχε ομιλήσει
pl.είχαμε ομιλήσει
είχατε ομιλήσει
είχαν ομιλήσει
sg.θα έχω ομιλήσει
θα έχεις ομιλήσει
θα έχει ομιλήσει
pl.θα έχουμε ομιλήσει
θα έχετε ομιλήσει
θα έχουν ομιλήσει
sg.θα ομιλώ
θα ομιλείςθα ομιλής (λόγ.)
θα ομιλείθα ομιλή (λόγ.)
pl.θα ομιλούμεθα ομιλώμεν (λόγ.)
θα ομιλείτεθα ομιλήτε (λόγ.)
θα ομιλούν
θα ομιλούνε (προφ.)
sg.θα ομιλήσω
θα ομιλήσειςθα ομιλήσης (λόγ.)
θα ομιλήσειθα ομιλήση (λόγ.)
pl.θα ομιλήσομε / θα ομιλήσουμεθα ομιλήσωμεν (λόγ.)
θα ομιλήσετε
θα ομιλήσουν
θα ομιλήσουνε (προφ.)
sg.να ομιλώ
να ομιλείςνα ομιλής (λόγ.)
να ομιλείνα ομιλή (λόγ.)
pl.να ομιλούμενα ομιλώμεν (λόγ.)
να ομιλείτενα ομιλήτε (λόγ.)
να ομιλούν
να ομιλούνε (προφ.)
sg.να ομιλήσω
να ομιλήσειςνα ομιλήσης (λόγ.)
να ομιλήσεινα ομιλήση (λόγ.)
pl.να ομιλήσομε / να ομιλήσουμενα ομιλήσωμεν (λόγ.)
να ομιλήσετε
να ομιλήσουν
να ομιλήσουνε (προφ.)
sg.να έχω ομιλήσει
να έχεις ομιλήσει
να έχει ομιλήσει
pl.να έχουμε ομιλήσει
να έχετε ομιλήσει
να έχουν ομιλήσει
sg.-
-
-
pl.-
ομιλείτε
-
sg.-
ομίλησε
-
pl.-
ομιλήστεομιλήσατε (λόγ.)
-
ομιλήσει
ομιλώντας
sg.ο ομιλών
του ομιλούντος
τον ομιλούντα
ομιλών
pl.οι ομιλούντες
των ομιλούντων
τους ομιλούντεςτους ομιλούντας (λόγ.)
ομιλούντες
sg.η ομιλούσα
της ομιλούσας
της ομιλούσης (κ. λόγ.)
την ομιλούσατην ομιλούσαν (λόγ.)
ομιλούσα
pl.οι ομιλούσεςαι ομιλούσαι (λόγ.)
των ομιλουσών
τις ομιλούσεςτας ομιλούσας (λόγ.)
ομιλούσες ομιλούσαι (λόγ.)
sg.το ομιλούν
του ομιλούντος
το ομιλούν
ομιλούν
pl.τα ομιλούντα
των ομιλούντων
τα ομιλούντα
ομιλούντα
sg.ο ομιλήσας
του ομιλήσαντος
τον ομιλήσαντα
ομιλήσας
pl.οι ομιλήσαντες
των ομιλησάντων
τους ομιλήσαντεςτους ομιλήσαντας (λόγ.)
ομιλήσαντες
sg.η ομιλήσασα
της ομιλήσασας
της ομιλησάσης (κ. λόγ.)
την ομιλήσασατην ομιλήσασαν (λόγ.)
ομιλήσασα
pl.οι ομιλήσασεςαι ομιλήσασαι (λόγ.)
των ομιλησασών
τις ομιλήσασεςτας ομιλησάσας (λόγ.)
ομιλήσασες ομιλήσασαι (λόγ.)
sg.το ομιλήσαν
του ομιλήσαντος
το ομιλήσαν
ομιλήσαν
pl.τα ομιλήσαντα
των ομιλησάντων
τα ομιλήσαντα
ομιλήσαντα
sg.ομιλούμαι
ομιλείσαι
ομιλείται
pl.ομιλούμαστεομιλούμεθα (λόγ.)
ομιλείστεομιλείσθε (λόγ.)
ομιλούνται
sg.ομιλούμουνωμιλούμην (λόγ.)
ομιλούσουνωμιλείσο (λόγ.)
ομιλούνταν
ομιλείτο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
ωμιλείτο (λόγ.)
pl.ομιλούμασταν / ομιλούμαστεωμιλούμεθα (λόγ.)
ομιλούσασταν / ομιλούσαστεωμιλείσθε (λόγ.)
ομιλούνταν
ομιλούντο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
ωμιλούντο (λόγ.)
sg.ομιλήθηκαωμιλήθην (λόγ.)
ομιλήθηκεςωμιλήθης (λόγ.)
ομιλήθηκεωμιλήθη (λόγ.)
pl.ομιληθήκαμεωμιλήθημεν (λόγ.)
ομιληθήκατεωμιλήθητε (λόγ.)
ομιλήθηκανωμιλήθησαν (λόγ.)
sg.έχω ομιληθείέχω ομιληθή (λόγ.)
έχεις ομιληθείέχεις ομιληθή (λόγ.)
έχει ομιληθείέχει ομιληθή (λόγ.)
pl.έχουμε ομιληθείέχουμε ομιληθή (λόγ.)
έχετε ομιληθείέχετε ομιληθή (λόγ.)
έχουν ομιληθείέχουν ομιληθή (λόγ.)
sg.είχα ομιληθείείχα ομιληθή (λόγ.)
είχες ομιληθείείχες ομιληθή (λόγ.)
είχε ομιληθείείχε ομιληθή (λόγ.)
pl.είχαμε ομιληθείείχαμε ομιληθή (λόγ.)
είχατε ομιληθείείχατε ομιληθή (λόγ.)
είχαν ομιληθείείχαν ομιληθή (λόγ.)
sg.θα έχω ομιληθείθα έχω ομιληθή (λόγ.)
θα έχεις ομιληθείθα έχης ομιληθή (λόγ.)
θα έχει ομιληθείθα έχη ομιληθή (λόγ.)
pl.θα έχουμε ομιληθείθα έχωμεν ομιληθή (λόγ.)
θα έχετε ομιληθείθα έχετε ομιληθή (λόγ.)
θα έχουν ομιληθείθα έχουν ομιληθή (λόγ.)
sg.θα ομιλούμαι
θα ομιλείσαιθα ομιλήσαι (λόγ.)
θα ομιλείταιθα ομιλήται (λόγ.)
pl.θα ομιλούμαστεθα ομιλούμεθα (λόγ.)
θα ομιλείστεθα ομιλήσθε (λόγ.)
θα ομιλούνται
sg.θα ομιληθώθα ομιληθώ (λόγ.)
θα ομιληθείςθα ομιληθής (λόγ.)
θα ομιληθείθα ομιληθή (λόγ.)
pl.θα ομιληθούμεθα ομιληθώμεν (λόγ.)
θα ομιληθείτεθα ομιληθήτε (λόγ.)
θα ομιληθούνθα ομιληθούν (λόγ.)
sg.να ομιλούμαι
να ομιλείσαινα ομιλήσαι (λόγ.)
να ομιλείταινα ομιλήται (λόγ.)
pl.να ομιλούμαστενα ομιλούμεθα (λόγ.)
να ομιλείστενα ομιλήσθε (λόγ.)
να ομιλούνται
sg.να ομιληθώνα ομιληθώ (λόγ.)
να ομιληθείςνα ομιληθής (λόγ.)
να ομιληθείνα ομιληθή (λόγ.)
pl.να ομιληθούμενα ομιληθώμεν (λόγ.)
να ομιληθείτενα ομιληθήτε (λόγ.)
να ομιληθούννα ομιληθούν (λόγ.)
sg.να έχω ομιληθείνα έχω ομιληθή (λόγ.)
να έχεις ομιληθείνα έχης ομιληθή (λόγ.)
να έχει ομιληθείνα έχη ομιληθή (λόγ.)
pl.να έχουμε ομιληθείνα έχωμεν ομιληθή (λόγ.)
να έχετε ομιληθείνα έχετε ομιληθή (λόγ.)
να έχουν ομιληθείνα έχουν ομιληθή (λόγ.)
sg.-
-
-
pl.-
ομιλείστε
-
sg.-
-
-
pl.-
ομιληθείτεομιληθήτε (λόγ.)
-
ομιληθεί ομιληθή (λόγ.)
sg.ο ομιλούμενος
του ομιλούμενουτου ομιλουμένου (λόγ.)
τον ομιλούμενοτον ομιλούμενον (λόγ.)
ομιλούμενε
pl.οι ομιλούμενοι
των ομιλούμενωντων ομιλουμένων (λόγ.)
τους ομιλούμενουςτους ομιλουμένους (λόγ.)
ομιλούμενοι
sg.η ομιλούμενηη ομιλουμένη (λόγ.)
της ομιλούμενηςτης ομιλουμένης (λόγ.)
την ομιλούμενητην ομιλουμένη (λόγ.)
την ομιλουμένην (λογιότ.)
ομιλούμενη ομιλουμένη (λόγ.)
pl.οι ομιλούμενεςαι ομιλούμεναι (λόγ.)
των ομιλούμενωντων ομιλουμένων (λόγ.)
τις ομιλούμενεςτας ομιλουμένας (λόγ.)
ομιλούμενες ομιλούμεναι (λόγ.)
sg.το ομιλούμενοτο ομιλούμενον (λόγ.)
του ομιλούμενουτου ομιλουμένου (λόγ.)
το ομιλούμενοτο ομιλούμενον (λόγ.)
ομιλούμενο ομιλούμενον (λόγ.)
pl.τα ομιλούμενα
των ομιλούμενωντων ομιλουμένων (λόγ.)
τα ομιλούμενα
ομιλούμενα
sg.ο ομιληθείς
του ομιληθέντος
τον ομιληθέντα
ομιληθείς
pl.οι ομιληθέντες
των ομιληθέντων
τους ομιληθέντεςτους ομιληθέντας (λόγ.)
ομιληθέντες
sg.η ομιληθείσα
της ομιληθείσας
της ομιληθείσης (κ. λόγ.)
την ομιληθείσατην ομιληθείσαν (λόγ.)
ομιληθείσα
pl.οι ομιληθείσεςαι ομιληθείσαι (λόγ.)
των ομιληθεισών
τις ομιληθείσεςτας ομιληθείσας (λόγ.)
ομιληθείσες ομιληθείσαι (λόγ.)
sg.το ομιληθέν
του ομιληθέντος
το ομιληθέν
ομιληθέν
pl.τα ομιληθέντα
των ομιληθέντων
τα ομιληθέντα
ομιληθέντα



2. ομιλουμένη

sg.ομιλώ
ομιλείς
ομιλεί
pl.ομιλούμεομιλούμεν (λόγ.)
ομιλείτε
ομιλούν
ομιλούνε (προφ.)
sg.ομιλούσαωμίλουν (λόγ.)
ομιλούσεςωμίλεις (λόγ.)
ομιλούσεωμίλει (λόγ.)
pl.ομιλούσαμεωμιλούμεν (λόγ.)
ομιλούσατεωμιλείτε (λόγ.)
ομιλούσαν
ομιλούσανε (προφ.)
ωμίλουν (λόγ.)
sg.ομίλησαωμίλησα (λόγ.)
ομίλησεςωμίλησας (λόγ.)
ομίλησεωμίλησε (λόγ.)
pl.ομιλήσαμεωμιλήσαμεν (λόγ.)
ομιλήσατεωμιλήσατε (λόγ.)
ομίλησαν
ομιλήσαν / ομιλήσανε (προφ.)
ωμίλησαν (λόγ.)
sg.έχω ομιλήσει
έχεις ομιλήσει
έχει ομιλήσει
pl.έχουμε ομιλήσει
έχετε ομιλήσει
έχουν ομιλήσει
sg.είχα ομιλήσει
είχες ομιλήσει
είχε ομιλήσει
pl.είχαμε ομιλήσει
είχατε ομιλήσει
είχαν ομιλήσει
sg.θα έχω ομιλήσει
θα έχεις ομιλήσει
θα έχει ομιλήσει
pl.θα έχουμε ομιλήσει
θα έχετε ομιλήσει
θα έχουν ομιλήσει
sg.θα ομιλώ
θα ομιλείςθα ομιλής (λόγ.)
θα ομιλείθα ομιλή (λόγ.)
pl.θα ομιλούμεθα ομιλώμεν (λόγ.)
θα ομιλείτεθα ομιλήτε (λόγ.)
θα ομιλούν
θα ομιλούνε (προφ.)
sg.θα ομιλήσω
θα ομιλήσειςθα ομιλήσης (λόγ.)
θα ομιλήσειθα ομιλήση (λόγ.)
pl.θα ομιλήσομε / θα ομιλήσουμεθα ομιλήσωμεν (λόγ.)
θα ομιλήσετε
θα ομιλήσουν
θα ομιλήσουνε (προφ.)
sg.να ομιλώ
να ομιλείςνα ομιλής (λόγ.)
να ομιλείνα ομιλή (λόγ.)
pl.να ομιλούμενα ομιλώμεν (λόγ.)
να ομιλείτενα ομιλήτε (λόγ.)
να ομιλούν
να ομιλούνε (προφ.)
sg.να ομιλήσω
να ομιλήσειςνα ομιλήσης (λόγ.)
να ομιλήσεινα ομιλήση (λόγ.)
pl.να ομιλήσομε / να ομιλήσουμενα ομιλήσωμεν (λόγ.)
να ομιλήσετε
να ομιλήσουν
να ομιλήσουνε (προφ.)
sg.να έχω ομιλήσει
να έχεις ομιλήσει
να έχει ομιλήσει
pl.να έχουμε ομιλήσει
να έχετε ομιλήσει
να έχουν ομιλήσει
sg.-
-
-
pl.-
ομιλείτε
-
sg.-
ομίλησε
-
pl.-
ομιλήστεομιλήσατε (λόγ.)
-
ομιλήσει
ομιλώντας
sg.ο ομιλών
του ομιλούντος
τον ομιλούντα
ομιλών
pl.οι ομιλούντες
των ομιλούντων
τους ομιλούντεςτους ομιλούντας (λόγ.)
ομιλούντες
sg.η ομιλούσα
της ομιλούσας
της ομιλούσης (κ. λόγ.)
την ομιλούσατην ομιλούσαν (λόγ.)
ομιλούσα
pl.οι ομιλούσεςαι ομιλούσαι (λόγ.)
των ομιλουσών
τις ομιλούσεςτας ομιλούσας (λόγ.)
ομιλούσες ομιλούσαι (λόγ.)
sg.το ομιλούν
του ομιλούντος
το ομιλούν
ομιλούν
pl.τα ομιλούντα
των ομιλούντων
τα ομιλούντα
ομιλούντα
sg.ο ομιλήσας
του ομιλήσαντος
τον ομιλήσαντα
ομιλήσας
pl.οι ομιλήσαντες
των ομιλησάντων
τους ομιλήσαντεςτους ομιλήσαντας (λόγ.)
ομιλήσαντες
sg.η ομιλήσασα
της ομιλήσασας
της ομιλησάσης (κ. λόγ.)
την ομιλήσασατην ομιλήσασαν (λόγ.)
ομιλήσασα
pl.οι ομιλήσασεςαι ομιλήσασαι (λόγ.)
των ομιλησασών
τις ομιλήσασεςτας ομιλησάσας (λόγ.)
ομιλήσασες ομιλήσασαι (λόγ.)
sg.το ομιλήσαν
του ομιλήσαντος
το ομιλήσαν
ομιλήσαν
pl.τα ομιλήσαντα
των ομιλησάντων
τα ομιλήσαντα
ομιλήσαντα
sg.ομιλούμαι
ομιλείσαι
ομιλείται
pl.ομιλούμαστεομιλούμεθα (λόγ.)
ομιλείστεομιλείσθε (λόγ.)
ομιλούνται
sg.ομιλούμουνωμιλούμην (λόγ.)
ομιλούσουνωμιλείσο (λόγ.)
ομιλούνταν
ομιλείτο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
ωμιλείτο (λόγ.)
pl.ομιλούμασταν / ομιλούμαστεωμιλούμεθα (λόγ.)
ομιλούσασταν / ομιλούσαστεωμιλείσθε (λόγ.)
ομιλούνταν
ομιλούντο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
ωμιλούντο (λόγ.)
sg.ομιλήθηκαωμιλήθην (λόγ.)
ομιλήθηκεςωμιλήθης (λόγ.)
ομιλήθηκεωμιλήθη (λόγ.)
pl.ομιληθήκαμεωμιλήθημεν (λόγ.)
ομιληθήκατεωμιλήθητε (λόγ.)
ομιλήθηκανωμιλήθησαν (λόγ.)
sg.έχω ομιληθείέχω ομιληθή (λόγ.)
έχεις ομιληθείέχεις ομιληθή (λόγ.)
έχει ομιληθείέχει ομιληθή (λόγ.)
pl.έχουμε ομιληθείέχουμε ομιληθή (λόγ.)
έχετε ομιληθείέχετε ομιληθή (λόγ.)
έχουν ομιληθείέχουν ομιληθή (λόγ.)
sg.είχα ομιληθείείχα ομιληθή (λόγ.)
είχες ομιληθείείχες ομιληθή (λόγ.)
είχε ομιληθείείχε ομιληθή (λόγ.)
pl.είχαμε ομιληθείείχαμε ομιληθή (λόγ.)
είχατε ομιληθείείχατε ομιληθή (λόγ.)
είχαν ομιληθείείχαν ομιληθή (λόγ.)
sg.θα έχω ομιληθείθα έχω ομιληθή (λόγ.)
θα έχεις ομιληθείθα έχης ομιληθή (λόγ.)
θα έχει ομιληθείθα έχη ομιληθή (λόγ.)
pl.θα έχουμε ομιληθείθα έχωμεν ομιληθή (λόγ.)
θα έχετε ομιληθείθα έχετε ομιληθή (λόγ.)
θα έχουν ομιληθείθα έχουν ομιληθή (λόγ.)
sg.θα ομιλούμαι
θα ομιλείσαιθα ομιλήσαι (λόγ.)
θα ομιλείταιθα ομιλήται (λόγ.)
pl.θα ομιλούμαστεθα ομιλούμεθα (λόγ.)
θα ομιλείστεθα ομιλήσθε (λόγ.)
θα ομιλούνται
sg.θα ομιληθώθα ομιληθώ (λόγ.)
θα ομιληθείςθα ομιληθής (λόγ.)
θα ομιληθείθα ομιληθή (λόγ.)
pl.θα ομιληθούμεθα ομιληθώμεν (λόγ.)
θα ομιληθείτεθα ομιληθήτε (λόγ.)
θα ομιληθούνθα ομιληθούν (λόγ.)
sg.να ομιλούμαι
να ομιλείσαινα ομιλήσαι (λόγ.)
να ομιλείταινα ομιλήται (λόγ.)
pl.να ομιλούμαστενα ομιλούμεθα (λόγ.)
να ομιλείστενα ομιλήσθε (λόγ.)
να ομιλούνται
sg.να ομιληθώνα ομιληθώ (λόγ.)
να ομιληθείςνα ομιληθής (λόγ.)
να ομιληθείνα ομιληθή (λόγ.)
pl.να ομιληθούμενα ομιληθώμεν (λόγ.)
να ομιληθείτενα ομιληθήτε (λόγ.)
να ομιληθούννα ομιληθούν (λόγ.)
sg.να έχω ομιληθείνα έχω ομιληθή (λόγ.)
να έχεις ομιληθείνα έχης ομιληθή (λόγ.)
να έχει ομιληθείνα έχη ομιληθή (λόγ.)
pl.να έχουμε ομιληθείνα έχωμεν ομιληθή (λόγ.)
να έχετε ομιληθείνα έχετε ομιληθή (λόγ.)
να έχουν ομιληθείνα έχουν ομιληθή (λόγ.)
sg.-
-
-
pl.-
ομιλείστε
-
sg.-
-
-
pl.-
ομιληθείτεομιληθήτε (λόγ.)
-
ομιληθεί ομιληθή (λόγ.)
sg.ο ομιλούμενος
του ομιλούμενουτου ομιλουμένου (λόγ.)
τον ομιλούμενοτον ομιλούμενον (λόγ.)
ομιλούμενε
pl.οι ομιλούμενοι
των ομιλούμενωντων ομιλουμένων (λόγ.)
τους ομιλούμενουςτους ομιλουμένους (λόγ.)
ομιλούμενοι
sg.η ομιλούμενηη ομιλουμένη (λόγ.)
της ομιλούμενηςτης ομιλουμένης (λόγ.)
την ομιλούμενητην ομιλουμένη (λόγ.)
την ομιλουμένην (λογιότ.)
ομιλούμενη ομιλουμένη (λόγ.)
pl.οι ομιλούμενεςαι ομιλούμεναι (λόγ.)
των ομιλούμενωντων ομιλουμένων (λόγ.)
τις ομιλούμενεςτας ομιλουμένας (λόγ.)
ομιλούμενες ομιλούμεναι (λόγ.)
sg.το ομιλούμενοτο ομιλούμενον (λόγ.)
του ομιλούμενουτου ομιλουμένου (λόγ.)
το ομιλούμενοτο ομιλούμενον (λόγ.)
ομιλούμενο ομιλούμενον (λόγ.)
pl.τα ομιλούμενα
των ομιλούμενωντων ομιλουμένων (λόγ.)
τα ομιλούμενα
ομιλούμενα
sg.ο ομιληθείς
του ομιληθέντος
τον ομιληθέντα
ομιληθείς
pl.οι ομιληθέντες
των ομιληθέντων
τους ομιληθέντεςτους ομιληθέντας (λόγ.)
ομιληθέντες
sg.η ομιληθείσα
της ομιληθείσας
της ομιληθείσης (κ. λόγ.)
την ομιληθείσατην ομιληθείσαν (λόγ.)
ομιληθείσα
pl.οι ομιληθείσεςαι ομιληθείσαι (λόγ.)
των ομιληθεισών
τις ομιληθείσεςτας ομιληθείσας (λόγ.)
ομιληθείσες ομιληθείσαι (λόγ.)
sg.το ομιληθέν
του ομιληθέντος
το ομιληθέν
ομιληθέν
pl.τα ομιληθέντα
των ομιληθέντων
τα ομιληθέντα
ομιληθέντα




случайная выборка слов из базы

τονικότητα ορυκτό εορταστικά φωτοφοβία φουσκοδεντριά σκόπευση τράκο νεφρός κολαούζο υπεξαιρώντας νεροποντή πισωδρόμισμα εναντιομορφισμός ψιχάλισμα αρραβώνα συνηλικιώτισσα πέτασος σταχωμένος τσίκνισμα αλαλία αποπανινός Ιγνάτιος μελλόνυμφος Μαυροδάφνη ανέλκυση βιαίως βοτσαλάκι φάρσα στενογραφία ουλάνος ακουμπώντας βάδιση ηθολογία εκδορέας ραδικοβλάσταρο μπουγιαμπέσα δεξιοτεχνία
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве